«Εγώ είπα στον Φωκά να πάει να πιεί μια γκαζόζα στο κιλυκείο». Με τη φράση αυτή που είπε στον Σκάι το πρωί της Πέμπτης ο Πάνος Καμμένος απέδειξε ότι το πολιτικό σκηνικό μοιάζει με «Δελφινάριο» όπου οι καταστάσεις όμως δεν προκαλούν γέλιο αλλά κλάμα. Κι ότι ο άλλοτε κυβερνητικός εταίρος κι ένοχος για τα κακά (ή τα καλά) της προηγούμενης τετραετίας που θυμήθηκε τώρα το αντάρτικο, είναι αυτός που καθορίζει την πορεία της κυβέρνησης.

Η εικόνα μιας γκαζόζας ως πολιτική δήλωση, πιο σωστά ως δήλωση πολιτικών προθέσεων ήταν κάτι που δεν είχαν συνηθίσει στα ελληνικά κοινοβουλευτικά χρονικά.

Το tweet του Πανου Καμμένου με τη φωτογραφία μιας μπουκάλας γκαζόζας και τη λεζάντα «για αντιδημοκρατικούς σχεδιασμούς που δεν χωνεύονται αλλιώς..», έδειξε ότι η σύντομη απουσία του βουλευτή Αρ. Φωκά από την κρίσιμη ψηφοφορία για το νομοσχέδιο για το ΑΣΕΠ, την οποία προσπάθησε να δικαιολογήσει επικαλούμενος την γκαζόζα που ήπιε και τον οδήγησε εσπευσμένα στην τουαλέτα, ήταν στην πραγματικότητα τμήμα ενός πολιτικού σχεδιασμού των ΑΝΕΛ να κάνουν όσο πιο δύσκολη τη ζωή της κυβέρνηση.

Κάτι που αποδείχθηκε και από τη δημόσια ομολογία του Καμμένου. Το παιχνίδι «Αλέξης, όμηρος του Πάνου» θα συνεχιστεί. Και θα αναδεικνύει την ευτέλεια του πολιτικού συστήματος που άγεται και φέρεται από τους Ανεξάρτητους Ελληνες και από βουλευτές που ούτε στα πιο τρελά όνειρά τους δεν θα δουν ξανά τη Βουλή. Με ευθύνη και της κυβέρνησης η οποία επιλέγει να παραμένει στην εξουσία ακόμη κι αν στο Κοινοβούλιο γίνεται της… κακομοίρας.

To twitter του Καμμένου

Η οριακή πλειοψηφία και το πρόβλημα με τις επιτροπές

Ας μην ξεχνάμε ότι μπορεί η κυβέρνηση να διαθέτει τη δεδηλωμένη στην Ολομέλεια της Βουλής, με 151 αλλά αυτή δεν μεταφράζεται σε κάποιο άθροισμα κοινοβουλευτικών ομάδων, ιδίως από τη στιγμή που δύο βουλευτές, ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος και ο Κώστας Ζουράρις, είναι ως άτομα τμήματα της συμπολίτευσης, αλλά ανήκουν σε κοινοβουλευτική ομάδα, αυτή την ΑΝΕΛ, που προσμετράται στην αντιπολίτευση εφόσον οα αρχηγός της αυτό δήλωσε κατά την συζήτηση στη Βουλή για τη χορήγηση ψήφου εμπιστοσύνης.

Αυτό σημαίνει ότι τόσο στη συζήτηση στις επιτροπές της Βουλής, όπου οι συσχετισμοί είναι στη βάση των κοινοβουλευτικών ομάδων, όσο και στην Ολομέλεια στην απλή διαπίστωση πλειοψηφίας (δηλ. χωρίς ονομαστική ψηφοφορία), ο Πάνος Καμμένος μπορεί να βάζει διαρκώς τρικλοποδιές στην κυβέρνηση, υποχρεώνοντάς την να πρέπει να κυβερνά με βάση διαρκείς ονομαστικές ψηφοφορίες και άρα δημιουργώντας έστω και προσωρινά προσκόμματα στην άσκηση του κυβερνητικού έργου.

Μπορεί επίσης ο κ. Καμμένος να φέρνει υπουργούς σε δύσκολη θέση, όπως για παράδειγμα έγινε με την διαδικασία έκφρασης γνώμη για τον νέο επικεφαλής της Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση.

Άλλωστε, μία γεύση του πώς σκοπεύει να συμπεριφερθεί την είδαμε κατά τη συζήτηση της συμφωνίας των Πρεσπών, όπου ο Πάνος Καμμένος εξαρχής, ήδη από την έναρξη της συζήτησης στην αρμόδια επιτροπή, προσπάθησε να εγείρει κάθε δυνατό πολιτικό και διαδικαστικό ζήτημα.

 

Η εκδικητικότητα του Πάνου Καμμένου

Είναι προφανές ότι έχουμε να κάνουμε με μια ιδιότυπη εκδοχή πολιτικής εκδικητικότητας που όμως συνδυάζεται με εκβιασμό. Ο Πάνος Καμμένος θεωρεί ότι η πλευρά Τσίπρα ουσιαστικά υπαναχώρησε από το όποιο πολιτικό συμβόλαιο είχαν και παραβίασε τις «κόκκινες γραμμές» που είχαν τεθεί για τη συνεργασία. Ουσιαστικά, κατηγορεί τον πρωθυπουργό ότι χρησιμοποίησε για αρκετό καιρό τους ΑΝΕΛ και την κρίσιμη στιγμή με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της απόσπασης βουλευτών, υποχρέωσε τον Πάνο Καμμένο να μετακινηθεί από τα υπουργικά έδρανα σε αυτά της αντιπολίτευσης και μάλιστα με μια κοινοβουλευτική ομάδα υπό διαρκή διακινδύνευση.

Απέναντι σε αυτό, ο Πάνος Καμμένος δείχνει αποφασισμένος να κάνει την κυβέρνηση να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κόστος. Ει δυνατόν, να «ματώσει» πολιτικά για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε. Και αυτή η προσπάθεια θα πάρει ποικίλες μορφές: στοχοποίηση στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, διαρκής επαναφορά ολοένα και πιο σοβαρών καταγγελιών για τον Νίκο Κοτζιά με τον οποίο η εχθρότητα έχει πάρει και σχεδόν προσωπικά χαρακτηριστικά, αλλά και διαδικαστικά προβλήματα μέσα στη Βουλή.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πάνος Καμμένος που δεν έχει να αντιμετωπίσει  μόνο τις μεταπηδήσεις βουλευτών – και δη μερικών εκ των πιο προβεβλημένων – στο κυβερνητικό στρατόπεδο, αλλά και τις εκρήξεις δυσαρέσκειας της κομματικής βάσης, κάνει έναν σχεδόν αγωνιώδη αγώνα να ξαναβρεί το εκλογικό ακροατήριο που όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχει χάσει.

Είναι προφανές ότι έχει επιλέξει σαν δρόμο για την ανάκτηση έστω και τμήματος των ψηφοφόρων του έναν ιδιότυπο «ανένδοτο» εναντίον των πρώην συμμάχων του. Αυτό εκ των πραγμάτων διαμορφώνει ένα τοξικό κλίμα στην πολιτική αντιπαράθεση.

Ομηροι του Καμμένου και του Φωκά η κυβέρνηση και η χώρα

Μια κυβέρνηση σε ομηρία

Όμως, το ζήτημα δεν είναι ο Πάνος Καμμένος. Σε τελική ανάλυση σε αυτό τον γύρο του «πολιτικού παιχνιδιού» είναι ο χαμένος. Υπέστη όλη τη φθορά της συμπόρευσής του με την κυβέρνηση που διαπραγματεύτηκε και τελικά κύρωσε τη Συμφωνία, χωρίς να μπορεί ακόμη να κεφαλαιοποιήσει την όποια επιλογή του τελικά να συγκρουστεί, την ώρα που η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση με την κοινοβουλευτική του ομάδα τον καθιστά ταυτόχρονα κοινοβουλευτικό αντίπαλο και αιμοδότη της κυβέρνησης.

Το πρόβλημα είναι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και το τρόπος που επέλεξε να παραμείνει όσο το δυνατόν περισσότερο στην κυβέρνηση, ακόμη και όταν εκ των πραγμάτων διαλύθηκε ο κυβερνητικός συνασπισμός που την έφερε στην εξουσία.

Η επιλογή ανασυγκρότησης μιας οριακής πλειοψηφίας στην Ολομέλεια, που όμως δεν αντιστοιχεί σε έναν καταγεγραμμένο κομματικό συσχετισμό δύναμης, εντός και εκτός κοινοβουλίου, μπορεί να γίνει κατανοητή ίσως ως οριακή επιλογή τουλάχιστον για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία άλλωστε όπως αποδείχτηκε είχε μια σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά ως επιλογή «πολιτικής κανονικότητας» έχει σοβαρά προβλήματα.

Και ο λόγος είναι ότι ο ίχνος που αφήνει δεν είναι μιας κυβέρνησης που είναι πολιτικά κυρίαρχη αλλά μιας κυβέρνησης που επιθυμεί να παρατείνει όσο το δυνατόν περισσότερο την παραμονή της στην εξουσία με μόνο κριτήριο την πεποίθησή της ότι έτσι θα μπορέσει να βελτιώσει κάπως τα εκλογικά της αποτελέσματα.

Ακόμη χειρότερα επιτείνει μια εικόνα μιας κυβέρνησης που την ίδια ώρα που διακηρύσσει την έπαρσή της ότι κατάφερε να μείνει όρθια, στην πραγματικότητα είναι όμηρος του τέως κυβερνητικού εταίρου της.

 

Τα σημάδια κρίσης του Κοινοβουλίου ως δημοκρατικού θεσμού

Όμως, το πρόβλημα με μια τέτοια στάση και κατεύθυνση δεν αφορά μόνο το εάν η κυβέρνηση Τσίπρα θα ολοκληρώσει τη διαδρομή της λίγους μήνες νωρίτερα. Σε τελική ανάλυση είμαστε μέσα σε προεκλογική χρονιά και το αργότερο το φθινόπωρο θα έχουμε βουλευτικές εκλογές.

Το πρόβλημα είναι η εικόνα για τον κοινοβουλευτικό βίο που σχηματίζουν οι πολίτες. Οι εικόνες ενός κοινοβουλίου που δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά, που διαρκώς προκύπτουν διαδικαστικά προβλήματα, που νομοσχέδια κρίνονται από τις επισκέψεις βουλευτών στην τουαλέτα, που συνεχώς πρέπει να γίνονται ονομαστικές ψηφοφορίες και όπου η αντιπολίτευση μονίμως θα φωνάζει για την απώλεια της δεδηλωμένης, δεν είναι ακριβώς οι εικόνες ενός «ναού της δημοκρατίας».

Σε μια συγκυρία όπου ούτως ή άλλως εμφανίζονται στοιχεία κρίσης νομιμοποίησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κυρίως μέσα από το πώς την υπονομεύουν η μετάθεση αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικούς οργανισμούς και ειδικά στην Ελλάδα η αίσθηση «υπαγόρευσης» πολιτικών από τους δανειστές μας, τέτοιες εικόνες απλώς ενισχύουν την πεποίθηση σε σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης ότι το κοινοβουλευτικό παιχνίδι είναι απλώς ένα θέατρο σκιών και όχι μια δημοκρατική διαδικασία απόφασης.

Όμως, το να παγιώνονται τέτοιες πεποιθήσεις και μέσα από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης απλώς έρχεται να ενισχύσει το λόγο της λαϊκιστικής ακροδεξιάς που στηρίζει την απεύθυνσή της όχι μόνο στην ρατσιστική και ενίοτε φασίζουσα ερμηνεία των κοινωνικών πραγμάτων που προτείνει αλλά και στην καταγγελία των «επαγγελματιών της πολιτικής» που κάνουν «παζάρια» και «παίζουν θέατρο στο κοινοβούλιο».

Και αυτό μόνο επικίνδυνο μπορεί να χαρακτηριστεί. Με τους θεσμούς όντως δεν πρέπει να παίζουμε.