Οι δυσκολίες της μεταμνημονιακής περιόδου δεν αφορούν μόνο την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και όλες τις επόμενες.

Καθώς το κλίμα της ευφορίας από την τυπική «έξοδο από τα μνημόνια ξεθωριάζει, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με τις μεγάλες δυσκολίες της μεταμνημονιακής περιόδου.

Εύλογο είναι η αντιπολίτευση να επενδύει πολιτικά σε αυτές τις δυσκολίες, αλλά και τις παλινωδίες της κυβέρνησης, εφόσον ελπίζει ότι έτσι θα επιταχυνθεί η κυβερνητική φθορά και θα είναι πιο πιθανή μια κυβερνητική εναλλαγή.

Όμως στην πραγματικότητα οι προκλήσεις της επόμενης περιόδου είναι μεγάλες και αφορούν οποιονδήποτε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Αυτές αφορούν καταρχάς το ίδιο το γεγονός ότι έξοδος από τα μνημόνια δεν σήμαινε έξοδος από την επιτήρηση, άρα για ένα μακρό διάστημα η οικονομική και κοινωνική πολιτική θα είναι αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η πίεση για μέτρα λιτότητας, ευελιξία στην αγορά εργασίας και ιδιωτικοποιήσεις θα παραμένει ιδιαίτερα ενεργή.

Με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε βαθιά κρίση και καθώς απουσιάζει ο συσχετισμός που θα επέβαλε μια αλλαγή τροχιάς, είναι επόμενο να περιμένουμε από την Ευρώπη ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην κατεύθυνση της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και των «μεταρρυθμίσεων», κάτι που θα αφήνει μικρά περιθώρια για κοινωνική πολιτική.

Την ίδια στιγμή, οποιαδήποτε κυβέρνηση έρθει θα πρέπει να αντιμετωπίσει την «καυτή πατάτα» του τραπεζικού συστήματος. Παρά τις αλλεπάλληλες κεφαλαιοποιήσεις οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν ο «μεγάλος ασθενής» της ελληνικής οικονομίας, έχοντας στα χαρτοφυλάκιά τους ακόμη αρκετές δεκάδες δισεκατομμυρίων «κόκκινων δανείων» που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τις πωλήσεις σε funds και την αύξηση των πλειστηριασμών.

Χρειάζεται επομένως μια πιο αποφασιστική κίνηση, που όμως αναγκαστικά θα απαιτήσει μια λεπτή και δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη χρησιμοποίηση δημόσιου χρήματος, τη δημιουργία μιας bad bank (που όμως δεν πρέπει να λειτουργεί ακριβώς σαν bad bank), και την έγκριση της όλης διαδικασίας από τις Ευρωπαϊκές αρχές που είναι αλλεργικές σε οτιδήποτε θυμίζει «κρατική ενίσχυση».

Κοινωνικό κόστος

Την ίδια στιγμή οποιαδήποτε κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει το κοινωνικό κόστος των πλειστηριασμών που ολοένα και περισσότερο θα αρχίσουν να αφορούν αυτό την «πρώτη κατοικία».

Παράλληλα, οποιαδήποτε κυβέρνηση θα πρέπει να ξέρει ότι θα βρεθεί σε ένα δύσκολο διεθνές περιβάλλον. Τα θετικά μηνύματα στην παγκόσμια οικονομία, συνδυάζονται με ολοένα και μεγαλύτερες συγκρούσεις αλλά και την προοπτική ενός ανοιχτού εμπορικού πολέμου. Αρκετοί είναι αυτοί που υπογραμμίζουν ότι ακόμη και στις ΗΠΑ η κίνηση της Wall Street αρχίζει να παραπέμπει σε «φούσκα» που εάν σπάσει θα συμπαρασύρει καθοδικά την παγκόσμια οικονομία.  Ο στροφή επενδυτών στις «μητροπολιτικές» αγορές σημαίνει απόσυρση κεφαλαίων από περιφερειακές αγορές και αυτό θα επηρεάσει αρνητικά και την Ελλάδα.

Όμως, πάνω από όλα οποιαδήποτε κυβέρνηση έρθει θα πρέπει να έχει κάποια απάντηση για το εάν υπάρχει όντως αναπτυξιακό σχέδιο για την ελληνική οικονομία.

Τα μνημόνια τραυμάτισαν την παραγωγική υποδομή της χώρας, οδήγησαν στη μαζική έξοδο πολλών νέων και εξειδικευμένων επιστημόνων και δημιούργησαν μια νοοτροπία «μειωμένων προσδοκιών».

Η απλή επικέντρωση στις «εξωτερικές» παραμέτρους της ανάπτυξης, από τις φοροελαφρύνσεις μέχρι την απορροφησιμότητα του ΕΣΠΑ δεν αρκεί.

Χρειάζεται κλαδική πολιτική, στοχευμένες επενδύσεις και ενισχύεις, ανασυγκρότηση των υποδομών και έμφαση σε εξειδικευμένες εργασιακές δεξιότητες.

Ούτε μπορεί η αναπτυξιακή πολιτική να στηρίζεται ακόμη σε «ατμομηχανές» όπως ο τουρισμός, όσο σημαντική και εάν είναι η διατήρηση και ενίσχυση της τρέχουσας δυναμικής του, όταν είναι γνωστό ότι δυναμική ανάπτυξη προϋποθέτει και κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Όποια κυβέρνηση έρθει, με αυτές τις προκλήσεις θα αναμετρηθεί. Θα δοκιμαστεί από το πώς θα τις αντιμετωπίσει και από το εάν θα μπορέσει να κάνει πραγματική τομή.

Με την επίγνωση ότι πλέον δεν θα λογοδοτεί μόνο απέναντι στους δανειστές και τα τεχνικά τους κλιμάκια, αλλά και απέναντι σε μια κοινωνία που επιθυμεί επιτέλους να δει μια θετική προοπτική.