Ο Πάνος Σκουρλέτης μάλλον δεν μπορεί να διεκδικήσει κάποιο βραβείο συνέπειας λόγων και έργων, εάν φυσικά κάτι τέτοιο υπήρχε.

Ήταν αυτός που είχε κατεξοχήν επιχειρηματολογήσει υπέρ της μεταφοράς των εκλογών για τους δήμους και τις περιφέρειες το φθινόπωρο, υποστηρίζοντας ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα αναδειχτεί η αυτοτελής πολιτική σημασία του «τοπικού κράτους». Και τώρα αυτός έρχεται να αποδεχτεί την τροπολογία που οδηγεί σε αυτοδιοικητικές εκλογές τον Μάιο.

Το επιχείρημα ότι το έκανε με αφορμή το ενδεχόμενο να τεθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας, μικρή βαρύτητα πρέπει να είχε, εφόσον μιλάμε για μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση. Και θα έλεγε κανείς ότι ότι αν υπήρχε αυτή η συνέπεια λόγων και έργων το «άδειασμα» που τους επιφύλαξε το Μέγαρο Μαξίμου θα έπρεπε να τον οδηγήσει σε παραίτηση. Ομως, αυτό δεν είναι το θέμα.

Εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα εάν προσπαθήσουμε να δούμε το σκεπτικό μιας τέτοιας απόφασης.

Φαινομενικά είναι μια απόφαση που δεν βγάζει νόημα. Το ενδεχόμενο να συμπέσουν οι εκλογές για το εθνικό και για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είναι μια τακτική επιλογή που θα εντασσόταν στη λογική ότι στην κάλπη των ευρωεκλογών διασπείρεται η ψήφος διαμαρτυρίας ενώ στην κάλπη των εθνικών εκλογών πρυτανεύει η πιο συγκρατημένη και «ώριμη» ψήφος.

Επίσης, και η προηγούμενη πρόβλεψη να συμπέσουν οι ευρωεκλογές με τις αυτοδιοικητικές εκλογές είχε τη λογική της, εφόσον οι ευρωεκλογές έχουν λίγους υποψηφίους και μικρότερη φόρτιση και άρα επιτρέπουν παράλληλα την προεκλογική εκστρατεία για τις τοπικές κάλπες (πέραν της ανάγκης να συμπίπτουν οι εκλογές για τους τοπικούς άρχοντες με τον πενταετή κύκλο των ευρωπαϊκών οργάνων και προγραμμάτων).

Αδύνατον όλα μαζί

Όμως, η σύμπτωση αυτοδιοικητικών εκλογών και εθνικών εκλογών είναι άλλο πράγμα. Φαινομενικά είναι πολύ δύσκολη, σχεδόν αδύνατη. Για σκεφτείτε το εξής σενάριο. Ενας ψηφοφόρος, και δη ένας ηλικιωμένος στην επαρχία, μπαίνει στο εκλογικό κέντρο και βλέπει ΠΕΝΤΕ κάλπες. Για εκλογή δημάρχου, για εκλογή δημοτικών συμβούλων, για εκλογή Περιφερειάρχη, για εκλογή ευρωβουλευτή και βεβαίως για εκλογή βουλευτή του ελληνικού κοινοβουλίου. Είναι χάος ή όχι;

Ο λόγος είναι ότι οι εκλογές για δήμους και περιφέρειες κινητοποιούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων που είναι υποψήφιοι για τις χιλιάδες θέσεις που συνολικά τίθενται υπό εκλογή σε όλη την Ελλάδα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κινητοποιούνται απλώς «κομματικά», αλλά ενεργοποιούνται ως υποψήφιοι διεκδικώντας τον σταυρό προτίμησης συνήθως πέραν ενός κλασικού κομματικού ακροατηρίου. Η συνήθεια στις αυτοδιοικητικές είναι να έχουμε «υπερκομματικές» παρατάξεις και μάλιστα πάντοτε οι υποψήφιοι δήμαρχοι ή περιφερειάρχες υπογραμμίζουν ότι «σπάνε» τις κομματικές γραμμές. Επίσης, συχνά έχουμε παραπάνω από ένα ψηφοδέλτια ανά κομματικό χώρο.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά των τοπικών κομματικών μηχανισμών, δεν μπορούν να κάνουν ταυτόχρονα δουλειά για τις αυτοδιοικητικές εκλογές, με την αποφυγή «κομματικής ταυτότητας», και για τις αναγκαστικά κομματικές βουλευτικές εκλογές όπως και για τις ευρωεκλογές.

Εδώ λοιπόν βρίσκουμε το βασικό φαινομενικό αντεπιχείρημα σε μια τέτοια σύμπτωση όλων των εκλογών.

Εάν κιόλας επιλεγεί οι αυτοδιοικητικές εκλογές να προηγηθούν των εθνικών, τότε στα προβλήματα, ιδίως για το κυβερνών κόμμα προστίθεται και ένα ακόμη: η παράσταση… ήττας από το γεγονός ότι δύσκολα ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει πολλά «καλά» αποτελέσματα σε δήμους και περιφέρειες, αν σκεφτούμε ότι ακόμη και το 2014, που ήταν πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές, στην αυτοδιοίκηση είχε μέτρια αποτελέσματα.

Αυτό θα ήταν το δεύτερο φαινομενικό αντεπιχείρημα.

Το σενάριο του αιφνιδιασμού

Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε ότι ακριβώς για όλους τους παραπάνω λόγους, η κυβέρνηση δεν έχει κανέναν απολύτως σκοπό να κάνει τριπλές εκλογές το Μάιο του 2019 και ότι ο πραγματικός της σκοπός είναι να κάνει πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο. Σε αυτή την περίπτωση η ανακίνηση θέματος εκλογών το Μάιο απλώς είναι αντιπερισπασμός για να είναι πιο αιφνιδιαστική η προκήρυξη εκλογών το φθινόπωρο.

Γιατί όμως επιμένουν οι πληροφορίες ότι η κυβέρνηση θέλει τις τριπλές εκλογές τον Μάιο του 2019; Μήπως όντως εξετάζεται αυτό το ενδεχόμενο;

Αυτό θα σήμαινε ότι η κυβέρνηση επενδύει ακριβώς σε αυτή τη χαοτική συνθήκη που θα δημιουργηθεί. Καθώς η κεντρική σκηνή φαντάζει όλο και πιο δύσκολη και αβέβαιη πολλοί άνθρωποι προτιμούν την ενεργοποίηση σε τοπικό επίπεδο. Στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμούν προφανώς ότι εάν συμπέσουν οι εθνικές εκλογές με τις αυτοδιοικητικές, ένα πολύ μεγάλο μέρος του μηχανισμού των υπόλοιπων κομμάτων και ιδίως της ΝΔ και της ευρύτερης κεντροαριστεράς θα ασχολείται με τις αυτοδιοικητικές εκλογές και λιγότερο με τις βουλευτικές, άρα το τοπίο της μάχης θα μπορεί να είναι κάπως ευνοϊκότερο για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει σαφές ότι δεν πάει να κάνει ιδιαίτερα «κομματική καταγραφή» στις αυτοδιοικητικές αλλά θα επιδιώξει τη διάχυση σε ευρύτερα ψηφοδέλτια, κυρίως με αυτοδιοικητικούς παράγοντες του ευρύτερου «κεντροαριστερού χώρου». Έτσι και δεν θα χρεωθεί μια κακή κομματική παρουσία και θα συμβάλει στο σκοπό του που είναι ακριβώς η διασπορά των υπόλοιπων κομματικών δυνάμεων ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές εκλογές.

Πλεονέκτημα ΣΥΡΙΖΑ;

Σε ένα τέτοιο τοπίο, με τα άλλα κόμματα και κυρίως τη ΝΔ να προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις διαφορετικές εκλογικές μάχες και να αναζητούν όρους να διαμορφώσουν πλήρως μάχιμους εκλογικούς μηχανισμούς, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι επικεντρώνοντας στην κεντρική μάχη των εθνικών εκλογών θα μπορεί να έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα.

Σε αυτό υποκρύπτεται και μία ακόμη μεθόδευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά με τη σύμπτωση τόσων διαφορετικών εκλογών επιδιώκει να αποδιαρθρώσει τους όρους της πολιτικής συζήτησης. Θα έχουμε μια χαοτική κατάσταση όπου άλλοι θα μιλούν για τις εθνικές εκλογές και το τι κυβέρνηση χρειαζόμαστε, άλλοι για τις ευρωεκλογές και τα ζητήματα της Ευρώπης και άλλοι για το δήμο ή την περιφέρεια και μάλιστα «υπερκομματικά».

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον στη δημόσια σφαίρα δεν θα μπορούν να εύκολα να διαμορφώνονται σαφείς διαχωριστικές γραμμές και μέτωπα και γι’ αυτό εκτιμούν στην κυβερνητική πλευρά ότι θα δέχονται μικρότερο σφυροκόπημα και άρα πιο εύκολα να περνούν το  δικό τους μήνυμα.

Όμως, αυτή η τακτική μπορεί να αποδειχτεί μπούμερανγκ. Ο λόγος είναι πάρα πολύ απλός. Αυτή τη στιγμή η ΝΔ έχει πολύ μεγάλη συσπείρωση, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό αναποφάσιστων προέρχεται από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Όσο λιγότερη πολιτική συζήτηση γίνεται ή όσο περισσότερο «χαοτική» είναι, τόσο περισσότερο η ΝΔ διατηρεί το επιπλέον στρατηγικό πλεονέκτημα της αυξημένης συσπείρωσης και τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα βρίσκεται αντιμέτωπος με την μεγάλη αποσυσπείρωσή του.

Σε μια τέτοια περίσταση η «στρατηγική του χάους» του ΣΥΡΙΖΑ θα έχει γίνει «στρατηγική της αράχνης» στον ιστό της οποίας θα έχει πιαστεί.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr