Η παχυσαρκία, αν και είναι χαρακτηρισμένη ως νόσος από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι περισσότεροι την θεωρούμε αισθητικό πρόβλημα και θεωρούμε τα άτομα με πλεονάζον βάρος λαίμαργα, ανίκανα να ελέγξουν την επιθυμία για φαγητό που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Πως είναι, όμως, να ζει κανείς με τη νόσο της παχυσαρκίας; Ο καταξιωμένος δημοσιογράφος Γιάννης Λοβέρδος, μας περιγράφει τη μάχη του με τα περιττά κιλά και τι προτίθεται να κάνει για να αποκτήσει ένα υγιές βάρος.
 
«Από παιδί ήμουν παχύσαρκος, αλλά ήμουν πάντα από τους «τυχερούς» παχύσαρκους. Δεν αισθάνθηκα ποτέ περιθωριοποιημένος κοινωνικά λόγω του βάρους μου. Στο σχολείο ήμουν ενεργό μέλος των οργάνων εκπροσώπησης των μαθητών αλλά και μετέπειτα στην καριέρα μου πέτυχα πολλά και έχω δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια», λέει.

Και συνεχίζει: «Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, ούτε και ερωτικά είχα ποτέ πρόβλημα. Επειδή είχα ταλέντο στον λόγο και συμπεριφερόμουν όμορφα στις γυναίκες, πάντα είχα τις κατακτήσεις μου, παρά το γεγονός ότι υπήρξε και εποχή που είχα φτάσει τα 220 κιλά».

Ο κ. Λοβέρδος χαρακτηρίζει τον εαυτό του, στα 58 του χρόνια, ειδικό στις δίαιτες και στις θερμίδες αφού έχει προσπαθήσει κατ’ επανάληψη να χάσει βάρος και τα έχει καταφέρει για κάποιο χρονικό διάστημα. «Όμως, είναι σχεδόν αδύνατον να μην ξαναπαχύνεις κάποια στιγμή», παραδέχεται και θυμάται τη φράση ενός γιατρού που του είχε πει αναφερόμενος στο αδυνάτισμα και την παχυσαρκία «δίνεις καθημερινά μάχη με τον εαυτό σου».

Παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν είχε ποτέ κανένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, ως απόρροια του υπερβολικού βάρους του και τα παιδιά του ευτυχώς δεν του έμοιασαν, σημειώνει ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι δεν φοβάμαι ότι μπορεί να πάθω κάτι ξαφνικά επειδή είμαι παχύσαρκος». 

Χαρακτηρίζει ανόητους εκείνους που τον ρωτούν «γιατί τρως αφού παχαίνεις;» και εξηγεί ότι το φαγητό είναι κι αυτό μια μορφή εξάρτησης. «Δε με νοιάζει αν δεν καπνίσω μια μέρα, αλλά μ’ αρέσει το junk food. Έχω κάνει προσπάθειες να μάθω να τρώω και να μαγειρεύω όσα μ’ αρέσουν με πιο υγιεινό τρόπο. Ξεγελαώ για λίγο τον εαυτό μου και μετά εγκαταλείπω την προσπάθεια», λέει.

Ερωτηθείς για το ποιός είναι τελικά ο τρόπος απώλειας των περιττών κιλών παραδέχεται ότι «δεν υπάρχει άλλος από το να κόψεις το φαγητό. Και φυσικά να κάνεις γυμναστική. Αλλά και πάλι μπορεί κι αυτό να μην αρκεί. Ειδικά όσο μεγαλώνεις. Χρειάζεσαι επιπλέον βοήθεια».

Σχολιάζοντας τις διαθέσιμες χειρουργικές τεχνικές για την απώλεια βάρους ο Γιάννης Λοβέρδος μας εξηγεί ότι «δεν θα έκανα ποτέ χειρουργείο. Με φοβίζει η ιδέα μιας τόσο ακραίας λύσης, δεδομένου ότι απαιτεί σκληρή πειθαρχία για να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα».

Σκέφτεται, όμως, να δοκιμάσει τη λιραγλουτίδη, μια εγκεκριμένη δραστική ουσία που συμβάλλει στην απώλεια του πλεονάζοντος βάρους συνδυαστικά με διατροφή και άσκηση. «Μέχρι τώρα δεν είχα πάρει φάρμακα, αλλά βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την ιδέα να πάρω λιραγλουτίδη ώστε να μπορέσω να πέσω κάτω από τα 100 κιλά και να αποκτήσω ένα πιο φυσιολογικό βάρος για το ανάστημά μου (είναι 1,90)», λέει.

Η λιραγλουτίδη (3,0 mg), είναι το πρώτο άπαξ ημερησίως ανάλογο του ανθρώπινου γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) για τη θεραπεία της παχυσαρκίας, το οποίο έχει λάβει έγκριση στην Ευρώπη. Ενδείκνυται στην ΕΕ ως συμπληρωματική αγωγή σε μια δίαιτα χαμηλών θερμίδων και σε αυξημένη σωματική δραστηριότητα για τον έλεγχο του βάρους σε ενήλικες ασθενείς με αρχικό Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) ≥30 kg/m2 (παχύσαρκοι), ή σε ασθενείς με ΔΜΣ ≥27 kg/m² έως <30 kg/m² (υπέρβαρος) παρουσία τουλάχιστον μίας συννοσηρής πάθησης σχετιζόμενης με το βάρος, όπως για παράδειγμα δυσγλυκαιμία (προδιαβήτης ή σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2), υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή αποφρακτική άπνοια ύπνου.

H λιραγλουτίδη εμφανίζοντας 97% ομοιότητα με το φυσιολογικά προκύπτον ανθρώπινο GLP-1, μια ορμόνη που απελευθερώνεται ως απόκριση στην πρόσληψη τροφής, ρυθμίζει την όρεξη και συμβάλλει στη μείωση του σωματικού βάρους μέσω της μειωμένης πρόσληψης τροφής. Όπως ισχύει και με άλλους αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, η λιραγλουτίδη διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και μειώνει την έκκριση γλυκαγόνης με εξαρτώμενο από την γλυκόζη τρόπο. Οι εν λόγω επιδράσεις μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα.

H λιραγλουτίδη 3.0 mg, έχει αξιολογηθεί στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών φάσης 3 SCALE (Satiety and Clinical Adiposity-Liraglutide Evidence in Nondiabetic and Diabetic people), το οποίο περιελάμβανε περισσότερα από 5.000 άτομα με παχυσαρκία (ΔΜΣ ≥30 kg/m2) ή τα οποία ήταν υπέρβαρα (ΔΜΣ ≥27 kg/m2) με τουλάχιστον μία συννοσηρή πάθηση σχετιζόμενη με το βάρος.

Οι συχνότερα αναφερόμενες παρενέργειες, ήπιας μορφής, από τη χρήση της λιραγλουτίδης είναι η ναυτία, η διάρροια, η δυσκοιλιότητα, ο εμετός, η κεφαλαλγία, η δυσπεψία και η κόπωση. Αντενδείκνυται η χορήγηση της κατά την κύηση, ενώ με προσοχή πρέπει να γίνεται η χρήση της από άτομα που λαμβάνουν ινσουλίνη.

Η λιραγλουτίδη χορηγείται υποδόρια, με πένα όμοια με αυτή που χρησιμοποιείται για την χορήγηση της ινσουλίνης, και πρέπει να λαμβάνεται σε ημερήσια βάση για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα και να αποτραπεί η επαναπρόσληψη των απολεσθέντων κιλών.

Προς το παρόν δεν αποζημιώνεται από τα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ το κόστος της μηνιαίας αγωγής αγγίζει τα 345 ευρώ.

Πρόβλημα Δημόσιας Υγείας η παχυσαρκία

Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται ως νόσος από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), και ορίζεται ως η αποθήκευση υπερβολικής ποσότητας λίπους, που δύναται να οδηγήσει σε επιβάρυνση της υγείας. Για τον υπολογισμό του βαθμού παχυσαρκίας ή για τη μέτρηση της παχυσαρκίας, χρησιμοποιείται ο Δείκτης Μάζας Σώματος. Όταν η τιμή του ΔΜΣ είναι 30 kg/m ή μεγαλύτερη ένα άτομο θεωρείται παχύσαρκο.

Η παχυσαρκία είναι μια πολύπλοκη, πολυπαραγοντική νόσος, η οποία επηρεάζεται από μια ποικιλία παραγόντων, όπως: γενετικοί (π.χ. γονίδια που επηρεάζουν τον μεταβολισμό), φυσιολογικοί, περιβαλλοντικοί (π.χ. κοινωνικές διατροφικές συνήθειες), ψυχολογικοί καθώς και από τον τρόπο ζωής (π.χ. διατροφή και άσκηση).8

Κατά βάση, η παχυσαρκία προκαλείται από τη διαταραχή του ενεργειακού ισοζυγίου με την πάροδο του χρόνου: όταν λαμβάνονται περισσότερες θερμίδες από αυτές που χρησιμοποιεί ο οργανισμός, με αποτέλεσμα την αποθήκευση περίσσειας ενέργειας με τη μορφή λίπους.

Πολλά άτομα με παχυσαρκία αγνοούν τη βαρύτητα του βαθμού παχυσαρκίας από την οποία πάσχουν και τις επιπτώσεις στην υγεία τους. Η παχυσαρκία αποτελεί την πέμπτη πιο σημαντική αιτία θανάτου παγκοσμίως, λόγω των συννοσηροτήτων που σχετίζονται με αυτή1 και συνδέεται με αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας.

Τα παχύσαρκα ή υπέρβαρα άτομα είναι πιο πιθανό να πάσχουν από άλλες παθήσεις, όπως: διαβήτης τύπου 2, καρδιοπάθεια, υπέρταση, αποφρακτική άπνοια ύπνου, καθώς και συγκεκριμένες μορφές καρκίνου.

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και των συννοσηροτήτων που σχετίζονται με αυτή προκαλεί τεράστια οικονομική επιβάρυνση στα συστήματα υγείας. Επιπλέον του οικονομικού φορτίου, υπάρχουν και τα έμμεσα κόστη που απορρέουν της παχυσαρκίας, εξαιτίας: της μακροχρόνιας ανικανότητας, της μειωμένης παραγωγικότητας, του επιδόματος ασθένειας, των αυξημένων ασφάλιστρων και του πρόωρου θανάτου.

Στην ΕΕ η παχυσαρκία επηρεάζει περίπου το 10-30% των ενηλίκων, ενώ στην Ελλάδα επτά στους δέκα ενήλικες είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, σύμφωνα με την μελέτη «ΥΔΡΙΑ» την οποία πραγματοποιούν από κοινού το Ελληνικό Ίδρυμα Υγείας και το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), με επικεφαλής την καθηγήτρια Αντωνία Τριχοπούλου.

Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr