Σίντι ΜακΚέιν εναντίον Μισέλ Ομπάμα στη μάχη της Πρώτης Κύριας των ΗΠΑ
Έχουν χαρακτηριστεί και οι δύο ως το μεγαλύτερο προσόν των συζύγων τους. Δύο «τυπικές» Αμερικανίδες, προερχόμενες από τελείως διαφορετικό περιβάλλον, μια εκ των Μισέλ Ομπάμα και Σίντι ΜακΚέιν θα βρεθεί στον Λευκό Οίκο. Μέχρι τότε μεσολαβούν πολλές ομιλίες και εμφανίσεις. Πάντα με στυλ.
Έχουν χαρακτηριστεί και οι δύο ως το μεγαλύτερο προσόν των συζύγων τους. Δύο «τυπικές» Αμερικανίδες, προερχόμενες ωστόσο από τελείως διαφορετικό περιβάλλον, μία εκ των Μισέλ Ομπάμα και Σίντι ΜακΚέιν θα κληθεί από τον Νοέμβριο να χειριστεί θέματα του Λευκού Οίκου. Μέχρι τότε μεσολαβούν πολλές ομιλίες και πολλές εμφανίσεις. Πάντα με στυλ.
Σίντι ΜακΚέιν: η κυρία «Στέπφορντ»
Χαμηλών τόνων, πάντα κομψή και προσεγμένη, μιλάει λίγο και αυτό κυρίως για να στηρίξει τον σύζυγό της. Αν και θεωρείται μεγάλο προσόν στην προεκλογική εκστρατεία του Τζον ΜακΚέιν, η Σίντι ΜακΚέιν αποτελεί επίσης μια πιθανή Πρώτη Κυρία με πολλά ελαττώματα…
Μεγάλωσε στο Φοίνιξ της Αριζόνα και ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Ο εκατομμυριούχος πατέρας της διέθετε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες διανομής μπύρας στις ΗΠΑ, την Hensley&Co. Cheerleader και βασίλισσα του ροντέο η Σίντι υπήρξε μια τυπική Αμερικανίδα έφηβη. Μέχρι τη στιγμή που συνάντησε τον Τζον ΜακΚέιν στη Χαβάη.
Εκείνη ήταν 25 και εκείνος 43, παντρεμένος αλλά σε διάσταση από την πρώτη σύζυγό του. Ο ΜακΚέιν μαγεύτηκε αμέσως από την κατά 18 χρόνια μικρότερή του Σίντι, την οποία παντρεύτηκε λίγο πριν προωθήσει την πολιτική του καριέρα. Η Σίντι ΜακΚέιν ασχολήθηκε με τη φιλανθρωπία –ίδρυσε μάλιστα την Αμερικανική Εθελοντική Ιατρική Ομάδα για να βοηθήσει παιδιά από τρίτες χώρες- και το ζεύγος απέκτησε τρία παιδιά.
Το 1991 η Σίντι αποφάσισε να υιοθετήσει ένα κοριτσάκι από το Μπαγκλαντές. Τότε δεν γνώριζε ότι αυτή η απόφασή της θα γινόταν αργότερα αφορμή για ένα από τα πιο «βρώμικα» πολιτικά παιχνίδια. Το 2000, όταν ο Τζον ΜακΚέιν έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων, ψηφοφόροι έλαβαν τηλεφωνήματα που ανέφεραν ότι το παιδί αυτό είναι ο καρπός του παράνομου έρωτα του πολιτικού με μια ξένη γυναίκα.
Δεν ήταν η μόνη επίθεση που δέχθηκε η οικογένεια. Μια εγχείρηση στη μέση έγινε αφορμή για να εθιστεί η Σίντι ΜακΚέιν στα αναλγητικά, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να τα παίρνει κρυφά από την φιλανθρωπική της οργάνωση. Δεν της απαγγέλθηκαν κατηγορίες, ενώ «τη γλίτωσε» μόνο με ένα πρόστιμο. Δεν απέφυγε ωστόσο τις προσωπικές επιθέσεις για το θέμα.
Το 2004 η Σίντι έπαθε εγκεφαλικό που προκάλεσε προβλήματα στης ομιλία της, το δεξί χέρι και το πόδι της.
Την έχουν πολλές φορές χαρακτηρίσει «Stepford Wife», παρομοιάζοντάς την με την τέλεια γυναίκα-ρομπότ της ομώνυμηςταινίας.
Η ίδια φαίνεται ότι έχει πάψει πλέον να ασχολείται. Συνοδεύει τον σύζυγό της στις προεκλογικές του ομιλίες, πηγαίνει σε συναυλίες του Έρικ Κλάπτον και της αρέσει να οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα. Και από τις 4 Νοεμβρίου μπορεί να είναι και η νέα οικοδέσποινα του Λευκού Οίκου.
Μισέλ Ομπάμα: η γυναίκα της «διπλανής πόρτας»
Εάν ο Μπάρακ Ομπάμα έχει χαρακτηριστεί ονειροπόλος, τότε η σύζυγός του Μισέλ, μπορεί να χαρακτηριστεί ρεαλίστρια. Θεωρείται ως ο άνθρωπος που κρατάει προσγειωμένο τον πολύ επικοινωνιακό σύζυγό της. Οι σύμβουλοι του Ομπάμα την χαρακτηρίζουν «ο δικός μας άνθρωπος» κι αυτό γιατί πολλοί είναι εκείνοι που στις προεκλογικές εκστρατείες επιλέγουν να εκδηλώσουν τη στήριξή τους στη Μισέλ και όχι στον Μπάρακ Ομπάμα.
Αντίθετα με την πιο εξωτική, όπως την έχουν πολλοί χαρακτηρίσει, καταγωγή του Ομπάμα, η Μισέλ Ρόμπινσον κατάγεται από μια τυπική οικογένεια Αφρο-αμερικανών. Μεγάλωσε στο South Side του Σικάγο μαζί με τους γονείς της και τον αδελφό της Κρεγκ. Η μητέρα της Μάριαν έμενε στο σπίτι να φροντίζει τα παιδιά, ο πατέρας της Φρέιζερ όμως ήταν εκείνος του οποίου η παρουσία ήταν πιο έντονη. Όταν διένυε μόλις τη δεύτερη δεκαετία της ζωής του οι γιατροί διέγνωσαν ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Αυτό ωστόσο δεν τον εμπόδιζε από το να βρίσκεται κάθε πρωί στη δουλειά του.
Η Μισέλ φοίτησε στο «λευκό» Πρίνστον, για το οποίο έγραφε στην πτυχιακή της εργασία: «η εμπειρία μου στο Πρίνστον με έκανε να συνειδητοποιήσω περισσότερο από ποτέ το πόσο “μαύρη” είμαι».
Συνεχίζει τις σπουδές της στη Νομική του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Δεν ασχολήθηκε ποτέ ιδιαίτερα με την πολιτική. Αντιθέτως στο Πρίνστον δημιούργησε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά, ενώ στο Χάρβαρντ έλαβε μέρος σε διαδηλώσεις που ζητούσαν περισσότερους φοιτητές και καθηγητές από μειονότητες.
Μετά το πανεπιστήμιο έπιασε δουλειά σε μεγάλη νομική εταιρεία του Σικάγο. Εκεί γνώρισε και το νεαρό ιδεαλιστή Μπάρακ Ομπάμα. Αργότερα ξεκίνησε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με την ονομασία Public Allies. Όταν ο σύζυγός της αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία, ήταν εκείνη που ανέλαβε την ευθύνη να τον κρατήσει προσγειωμένο.
Όσοι συγκεντρώνονται στις προεκλογικές εκστρατείες την χαρακτηρίζουν ρεαλίστρια, σχεδόν απαισιόδοξη. Εκείνος κάνει λόγο για λύσεις, εκείνη μιλάει για προβλήματα.
Δέχθηκε επίθεση για την φράση της «είναι η πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου που είμαι πραγματικά πολύ περήφανη για τη χώρα μου», φράση για την οποία οι Ρεπουμπλικάνοι έσπευσαν να της επιτεθούν και ο σύζυγός της να την υπερασπιστεί.
Όταν τη ρωτούν τι θα κάνει εάν βρεθεί στο Λευκό Οίκο, εκείνη παραμένει προσγειωμένη: «Είναι άπειρες οι δυνατότητες. Αλλά μέχρι να φτάσω εκεί και να ξέρω τι είδους πηγές διαθέτω, πόσος χρόνος μένει και ποια είναι τα θέματα που θα μας απασχολήσουν, δεν ξέρω σε πόσα από αυτά θα καταφέρω να επικεντρωθώ».