Εικάζεται ότι η μεγάλη στροφή στη ζωή του Ιβύκου αποτέλεσε συγχρόνως σημείο καμπής για την ποιητική δημιουργία του. Ο ποιητής από το Ρήγιο βρέθηκε στη Σάμο, στην αυλή του Πολυκράτη, του τυράννου που —ως γνωστόν— είχε προκαλέσει τον εκπατρισμό του Πυθαγόρα στην Κάτω Ιταλία. Εκεί ο Ίβυκος συνάντησε τον Ανακρέοντα, ευνοούμενο του Πολυκράτη, δε γνωρίζουμε όμως καθόλου εάν δημιουργήθηκαν σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών.

Η αυλή του Πολυκράτη αποτελούσε τμήμα του ώριμου ιωνικού κόσμου, ο οποίος στεκόταν απέναντι στον αρχαίο μύθο σε μεγαλύτερη απόσταση απ’ ό,τι η Μεγάλη Ελλάδα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον σημειώθηκε μια ριζική αλλαγή τόσο στη θεματολογία όσο και στο χαρακτήρα της ποίησης του Ιβύκου, ο οποίος στράφηκε προς μια ερωτικά χρωματισμένη χορική ποίηση και εκδήλωσε την προτίμησή του για το ερωτικό στοιχείο.

Αυτά που τραγούδησε ο Ίβυκος στην αυλή του Πολυκράτη έκαναν τον Κικέρωνα και τη Σούδα να τον ονομάσουν ποιητή περιπαθούς έρωτα. Ανάμεσα στα δείγματα της τέχνης του ξεχωρίζουν δύο αποσπάσματα.

Το πρώτο κάνει λόγο για τη σταθερή εξέλιξη κάθε χρονιάς, που την άνοιξη κάνει τις κυδωνιές και τις οινανθίδες (τα πρώτα μπουμπούκια της αμπέλου) να ανθίζουν στους κήπους των Νυμφών. Αντίθετα, σε καμία περίοδο της ζωής του ποιητή ο έρωτας δεν ησυχάζει, αλλά τον καίει άσπλαχνα σαν θρακικός βοριάς, που συνοδεύεται από κεραυνούς.

Στο δεύτερο απόσπασμα ο ποιητής πέφτει θύμα του Έρωτα, ο οποίος τον παρασύρει στα δίχτυα της Αφροδίτης. Ο ποιητής τρέμει μπροστά στο θεό που πλησιάζει, σαν ένα άλογο κούρσας που έχει κερδίσει αρκετές νίκες, τώρα όμως, κουρασμένο από τα γηρατειά, θα προτιμούσε να αποφύγει καινούριους αγώνες.

Και στα δύο ποιήματα ο Έρωτας, χωρίς να δείχνει λύπηση, προσεγγίζει τον ηλικιωμένο ποιητή σαν μια δύναμη που προκαλεί μεγάλη ψυχική αναστάτωση και τον κάνει να χάσει το λογικό του, σαν ένα μεγάλο πάθος που εξουσιάζει τον άνθρωπο και του φέρνει βάσανα.

Ίβυκος, ανάμεσα στη Σαπφώ και τον Στησίχορο (Μέρος Α’)