Στη φυλακή επέστρεψε ο Χρήστος Μαυρίκης μετά την καταδίκη του από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας καθώς κρίθηκε ομόφωνα ένοχος για δωροδοκία δικαστή και τιμωρήθηκε με κάθειρξη έξι ετών, χωρίς ανασταλτική ισχύ έως την εκδίκαση της έφεσης.

Η υπόθεση έφτασε στη δικαιοσύνη μετά την άμεση καταγγελία του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Λυμπερόπουλου με αφορμή την παράδοση φακέλου από τον κατηγορούμενο ο οποίος ζητούσε την παρέμβαση του σε εκκρεμή υπόθεση αναφέροντας υπόσχεση για οικονομικό αντάλλαγμα.

Στο δικαστήριο κατέθεσε ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ο οποίος περιέγραψε ότι στις 19/5/2025 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο, που ζήτησε να του παραδώσει φάκελο για υπόθεση που τον απασχολούσε.

Το «αίτημα» του Μαυρίκη

Όπως ανέφερε: «Του εξήγησα ότι δεν παραλαμβάνω φακέλους και ότι πρέπει να απευθυνθεί στη γραμματεία. Τελικά ήρθε στο γραφείο μου παρουσία συναδέλφων και μου παρέδωσε τον φάκελο».

Ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός, όπως είπε, άνοιξε αμέσως τον επίμαχο φάκελο παρουσία τριών συναδέλφων του και εκεί υπήρχε επιστολή που περιείχε αίτημα παρέμβασης σε εκκρεμή υπόθεση και κατέληγε στη φράση «σε κάθε περίπτωση είμαι υπόχρεος και υπάρχει τίμημα ενός εκατομμυρίου ευρώ για τη μεσιτεία».

Ο κ. Λυμπερόπουλος συνεχίζοντας την κατάθεση του σημείωσε ότι η διατύπωση αυτή υποδήλωνε πρόθεση επηρεασμού δικαστικής κρίσης, αναφέροντας: «Ζητούσε από δικαστικό λειτουργό να παρέμβει σε υπόθεση του και άφηνε υπόσχεση ανταλλάγματος».

Παράλληλα αναφέρθηκε σε μια παλαιότερη συνάντηση το 2016, τονίζοντας ότι «δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ εκείνης της γνωριμίας και της συγκεκριμένης υπόθεσης».

«Δεν είχατε λόγο να απευθυνθείτε σε εμένα και να αναφερθείτε σε οικονομικά μεγέθη. To αίτημα σας ήταν παράνομο» απάντησε ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος στον κατηγορούμενο, θέτοντας ευθέως το μείζον θεσμικό ζήτημα που ανέκυψε με τη συμπεριφορά του έναντι ενός ανώτατου δικαστικού λειτουργού.

Το σκεπτικό

Στην απολογία του ο Χρήστος Μαυρίκης αναφέρθηκε και σε παλαιότερες δικαστικές εμπλοκές, σημειώνοντας: «Τα προβλήματα μου ξεκίνησαν το 1993 με τις υποκλοπές», ενώ πρόσθεσε ότι επιδιώκει εδώ και χρόνια την ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης. Όπως είπε: «Είμαστε στην πέμπτη προσπάθεια. Αυτό που θέλω είναι να δικαστεί η υπόθεση στην ουσία και να ξεκαθαριστεί αν η έκταση ανήκει στο Δημόσιο ή όχι».

Ο Χρήστος Μαυρίκης μάλιστα ισχυρίστηκε ότι στόχος του ήταν στην έκταση που αφορούσε η εκκρεμή υπόθεση να διαμορφωθεί χώρος συνεδριακός για δικαστές ως ένδειξη τιμής σε πρώην ανώτατους δικαστές για τον τρόπο αντιμετώπισαν παλαιότερες υποθέσεις του.

Την ενοχή του κατηγορουμένου πρότεινε ο εισαγγελέας της έδρας Κωνσταντίνος Σιμιτζόγλου, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο είναι η προστασία της ανεξαρτησίας της δικαστικής κρίσης.

Όπως ανέφερε: «Αυτό που προστατεύεται είναι το αχρημάτιστο του έργου του δικαστή», διευκρινίζοντας ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται να υπάρξει αποτέλεσμα.

Το δικαστήριο, με πρόεδρο τον Δημοσθένη Βλάχο, υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση και έκρινε ότι η αναφορά σε οικονομικό αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με το αίτημα παρέμβασης, τυποποιείται στο αδίκημα της δωροδοκίας, οδηγώντας στην καταδίκη του Χρήστου Μαυρίκη.