Παρασκευη και 13, Απρίλιος, 1973. Οι αρχές στο Γούστερ της Αγγλίας έρχονται αντιμέτωπες με ένα αποτρόπαιο, τριπλό φονικό. Ο 21χρονος τότε Ντέιβιντ ΜακΓκρίβι, σε μια κατάσταση μέθης και ανεξέλεγκτης οργής δολοφόνησε τρία παιδιά που υποτίθεται πως θα πρόσεχε όσο οι γονείς τους ήταν εκτός. Ο ΜακΓκρίβι ήταν ο φροντιστής και δήμιος τους.

Ο νεαρός Βρετανός έγινε το υλικό του σκοτεινού μύθου που συνδέθηκε με την ημερομηνία της κακοτυχίας, πολύ πριν ο σίριαλ κίλερ της αιματηρής μυθοπλασίας Τζέισον Βόρχες τιμωρήσει τους ξαναμμένους νέους στην κατασκήνωση Κρίσταλ Λέικ στο πρώτο κεφάλαιο του franchise τρόμου Παρασκευή και 13 (Friday the 13th) το 1980.

Ήταν το αληθινό Τέρας που περπάτησε στους δρόμους του Γούστερ, κάτω από τις βαριές σκιές των καθεδρικών της πόλης.

Όταν η οκτώ μηνών Σαμάνθα, η Ντον, δύο ετών, και ο Πολ, τεσσάρων ετών, δολοφονήθηκαν βάναυσα η Βρετανία ξύπνησε σε έναν εφιάλτη που μισό αιώνα μετά, ακόμη στοιχειώνει.

Ο νεαρός, παιδικός φίλος του πατέρα των παιδιών, ΜακΓκρίβι είχε γίνει δεκτός στο σπίτι της οικογένειας ως ενοικιαστής. Όταν οι Έλσι και Κλάιβ Ράλφ ζήτησαν από τον φιλοξενούμενο τους να προσέξει τα παιδιά, δεν γνώριζαν πως αρκούσε μια ώρα απόλυτου παραλογισμού για να γίνει το σπίτι τους σκηνικό αρχαίας τραγωδίας.

Χρονικό απόλυτης κτηνωδίας

Το βράδυ εκείνης της Παρασκευής και 13, μεταξύ 10:15 και 11:15 μ.μ., ο μεθυσμένος Ντέιβιντ ΜακΓκρίβι έχασε κάθε ίχνος ανθρώπινης υπόστασης.

Η αφορμή ήταν το επίμονο κλάμα της μόλις οκτώ μηνών Σαμάνθα, η οποία πεινούσε και ζητούσε το γάλα της. Ο ΜακΓκρίβι, εξοργισμένος από τον θόρυβο, επιτέθηκε αρχικά στο βρέφος προκαλώντας του θανάσιμο κάταγμα στο κρανίο.

Η δολοφονική του μανία επεκτάθηκε γρήγορα και στα άλλα δύο αδέρφια: η 2χρονη Ντον βρήκε τραγικό θάνατο με κομμένο τον λαιμό, ενώ ο 4χρονος Πολ στραγγαλίστηκε. Ο ΜακΓκρίβι δεν σταμάτησε εκεί.

Ο δράστης κατέβηκε στο υπόγειο, πήρε μια αξίνα και ακρωτηρίασε τα άψυχα σώματα των παιδιών, προτού τα μεταφέρει στην αυλή ενός γείτονα και τα ανασκολοπίσει στις αιχμηρές κορυφές ενός σιδερένιου φράχτη.

«Προς τι όλο αυτό;»

Η αστυνομία εντόπισε τον ΜακΓκρίβι στις 3:50 τα ξημερώματα, να περπατά στην οδό Όμπερσλεϊ, περίπου δύο μίλια μακριά από τον τόπο του εγκλήματος, προσπαθώντας να διαφύγει από την πόλη. Η πρώτη του αντίδραση στη σύλληψη ήταν μια κυνική ερώτηση: «Προς τι όλο αυτό;».

Παρόλο που αρχικά αρνήθηκε τα πάντα, λίγες ώρες αργότερα κατέρρευσε και προχώρησε σε μια γραφική και ανατριχιαστική περιγραφή των πράξεών του.

«Ήμουν εγώ, αλλά δεν ήμουν εγώ», δήλωσε στους αστυνομικούς, περιγράφοντας πώς χρησιμοποίησε ένα σύρμα για τον Πολ και πώς αρχικά σκόπευε να τα θάψει, αλλά δεν τα κατάφερε. «Το μόνο που άκουγα ήταν παιδιά, παιδιά, παιδιά» παραμένει η μοναδική, αν και παράλογη, εξήγηση για το μακελειό, η φράση που ακόμη στοιχειώνει τη Βρετανία.

«Το μόνο που άκουγα ήταν παιδιά, παιδιά, παιδιά. Γαμ@@@α παιδιά»

Οκτώ λεπτά για ισόβια

Η δικαστική κατάληξη της υπόθεσης στις 28 Ιουνίου 1973 ήταν εξίσου σοκαριστική για την ταχύτητά της.

Η ακροαματική διαδικασία διήρκεσε μόλις οκτώ λεπτά, καθώς ο ΜακΓκρίβι δήλωσε ένοχος για όλες τις κατηγορίες.

Δεν υπήρξε καμία υπερασπιστική γραμμή, κανένα αίτημα για πιο ελαφριά ποινή λόγω μέθης ή ψυχικής ασθένειας, και κανένα ξεκάθαρο κίνητρο πέρα από τον εκνευρισμό του για το κλάμα της Σαμάνθα.

Χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις, ο άνθρωπος που ανασκολόπισε τρία παιδιά οδηγήθηκε στη φυλακή, αφήνοντας πίσω του μια κοινωνία που προσπαθούσε να συνέλθει από το σοκ μιας ασύλληπτης βαρβαρότητας.

Το «Τέρας του Γούστερ» φυλακίστηκε για 25 χρόνια για το κτηνώδες έγκλημα.

«Σαν πατέρας»

Η μητέρα των παιδιών ισχυρίστηκε ότι ο MακΓκρίβι ήταν «σαν πατέρας» για τα τρία παιδιά και, μάλιστα, τόνισε ότι κάποια φορά την είχε επικρίνει όταν τιμωρούσε τον μικρό Πολ.

Ο δήμιος είχε μετακομίσει στο σπίτι της οικογένειας, όταν εκείνη ήταν έγκυος στη μικρότερη κόρη της, Σαμάνθα.

Ο ΜακΓκρέιβι ήταν αγαπητό μέλος της οικογένειας. Μαγείρευε συχνά το κυριακάτικο δείπνο και πρόσεχε τα τρία παιδιά. Η Βρετανία δεν μπορούσε να βρει απαντήσεις. Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος, που λάτρευε αυτά τα πιτσιρίκια, που ζούσε μαζί τους, να τα υποβάλει σε τέτοια φρίκη;

Απόρριψη, θυμός

Αναπάντητα ερωτήματα είχε και η οικογένεια του MακΓκρίβι. Ο πατέρας του, Tομ, δήλωσε στο BBC: «Όλοι όσοι γνώριζαν τον Nτέιβιντ, ήξεραν ότι αγαπούσε τα παιδιά».

Αλλά ο ευχάριστος νεαρός άνδρας, μέλος της οικογένειας των Ραλφ από επιλογή, έκρυβε ένα σκοτεινό παρελθόν.

Γεννήθηκε στο Σάουθπορτ το 1951, ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας και πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας μετακινούμενος μεταξύ στρατιωτικών βάσεων, καθώς ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός.

Αυτή η ζωή τον ώθησε να ακολουθήσει καριέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα 15 του εγκατέλειψε το σχολείο και κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό.

Ο ΜακΓκρέιβι ήταν αγαπητό μέλος της οικογένειας. Μαγείρευε συχνά το κυριακάτικο δείπνο και πρόσεχε τα τρία παιδιά. Η Βρετανία δεν μπορούσε να βρει απαντήσεις. Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος, που λάτρευε αυτά τα πιτσιρίκια, που ζούσε μαζί τους, να τα υποβάλει σε τέτοια φρίκη;

H Έλσι Ραλφ με τα τρία παιδιά της, τον Πολ, τη Σαμάνθα και τη Ντον

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, και τοποθετημένος στο Πόρτσμουθ, ο MακΓκρίβι μπήκε στο πρώτο του πλοίο, το HMS Eagle.

Οι συνάδελφοί του, τον περιέγραφαν ως «αλαζόνα νεαρό» που «έπρεπε να τιμωρηθεί για να μάθει τους κώδικες του στρατού». Απομονωμένος, ο ΜακΓκρίβι βρήκε καταφύγιο στο αλκοόλ.

«Διέρρηξε την αίθουσα του θαλάμου ενός αξιωματικού και έβαλε φωτιά σε έναν κάδο απορριμμάτων, που είχε μέσα χαρτιά. Είπε ότι το έκανε αυτό κατά λάθος, ρίχνοντας μια γόπα τσιγάρου στον κάδο» θα πει για το παρελθόν του η εγκληματολόγος, Δρ Eλίζαμπεθ Γιάρντλεϊ.

Ο νεαρός πέρασε από στρατοδικείο, κρίθηκε ένοχος για αμέλεια και καταδικάστηκε σε κράτηση 90 ημερών.

Προδοσία

Κάπου εκεί ο νεαρός ΜακΓκρίβι γνώρισε τη Μαίρη. Της έκανε πρόταση γάμου μόλις μια εβδομάδα μετά την πρώτη τους συνάντηση.

Την ίδια χρονιά, η καριέρα του στο Πολεμικό Ναυτικό είχε καταρρεύσει, απολύθηκε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο σπίτι των γονιών του.

Ακολούθησε μια σειρά από δουλειές, από σεφ μέχρι εργάτης, αλλά όλες είχαν την ίδια κατάληξη – απολύθηκε.

Η συμπεριφορά του, η αλαζονεία και το αλκοόλ, αναφέρθηκαν ως λόγοι.

Ο MακΓκρίβι αφοσιώθηκε στο μέλλον του με τη Μαίρη. Πλάναρε τη γιορτή, την κοινή τους ζωή, ήθελε μια γαμήλια εκδήλωση τεράστια. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1971, η Mαίρη έλυσε τον αρραβώνα, αφήνοντας τον συντετριμμένο.

Καταθλιπτικός και θυμωμένος, οι γονείς του τον έδιωξαν από το σπίτι. Ο ΜακΓκρίβι μετακόμισε στο σπίτι ενός φίλου από τα σχολικά του χρόνια, τον Κλάιβ Ραλφ.

Η απόφαση του να του επιτρέψει να μείνει με την οικογένειά του θα είχε καταστροφικές συνέπειες.

Ο Κλάιβ είχε παντρευτεί την Έλσι όταν εκείνη ήταν μόλις 16 ετών και έγκυος στο πρώτο τους παιδί και εργαζόταν σκληρά ως οδηγός φορτηγού, για να συντηρεί την οικογένειά του που μεγάλωνε. Οι συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι των δύο υπνοδωματίων ήταν στενάχωρες.

Ο MακΓκρίβι μοιραζόταν ένα κρεβάτι με τον μικρό Πολ, ενώ η Σαμάνθα βρισκόταν σε μια κούνια στο δωμάτιο των γονιών της και η Ντον κοιμόταν σε ένα κρεβάτι δίπλα στη μαμά και τον μπαμπά της.

Οι συνάδελφοί του, τον περιέγραφαν ως «αλαζόνα νεαρό» που «έπρεπε να τιμωρηθεί για να μάθει τους κώδικες του στρατού»

O Nτέιβιντ ΜακΓκρίβι

Η δουλειά του Κλάιβ ως οδηγός φορτηγού σήμαινε ότι έλειπε τακτικά από το σπίτι και η Έλσι ήταν ευγνώμων για τη βοήθεια του MακΓκρίβι στη φροντίδα των παιδιών και στη διαχείριση του σπιτιού.

«Ήταν ένας ευγενικός άνθρωπος, που τον λάτρευε η οικογένεια και ήταν αρεστός σε όσους τον γνώριζαν» έγραφαν οι εφημερίδες. «Πως;»

Τη νύχτα των δολοφονιών, ο MακΓκρίβι είχε πιει σε μια παμπ με ένα φίλο του. Ο Κλαιβ τον πήρε από την παμπ για να προσέχει τα παιδιά, ενώ εκείνος πήγε να πάρει την Έλσι από τη δική της δουλειά σε άλλη παμπ.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να προετοιμάσει το ζευγάρι για τη σκηνή που αντίκρισαν όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους.

Οι τοίχοι ήταν ποτισμένοι με αίμα και δεν υπήρχε κανένα ίχνος του MακΓκρίβι ή των παιδιών. Η αστυνομία βρήκε τα πτώματά τους λίγο μετά, λίγο πιο πέρα.

«Απερίγραπτη φρίκη»

«Κανένας αξιωματικός που διεξάγει έρευνες δεν χρειάστηκε ποτέ να γίνει μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής απερίγραπτης φρίκης» είχε πει στο BBC o ο ντετέκτιβ επιθεωρητής Μπομπ Μπούθ.

Όταν η αστυνομία συνέλαβε τον MακΓκρίβι, εκείνος αρχικά αρνήθηκε ότι διέπραξε τους φρικιαστικούς φόνους. Το επόμενο απόγευμα, «έσπασε» και ομολόγησε. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Ήταν όλα πάρα πολύ φρικιαστικά. Ήμουν εγώ, αλλά δεν ήμουν εγώ, πώς θα μπορούσα να το κάνω;» είπε.

«Όλα φαίνονται να καταρρέουν. Πήρα την αξίνα και τη χρησιμοποίησα επάνω τους. Μετά βγήκα έξω και τα έβαλα στα κάγκελα»

«Στον Πολ χρησιμοποίησα το σύρμα. Όλα φαίνονται να καταρρέουν. Πήρα την αξίνα και τη χρησιμοποίησα επάνω τους. Μετά βγήκα έξω και τα έβαλα στα κάγκελα. Το μόνο που ακούω είναι τα παιδιά, τα παιδιά, τα γα@@@να παιδιά. Έκανα το ίδιο στην Ντον και χρησιμοποίησα ένα κομμάτι σύρματος της κουρτίνας στον Πολ».

Στην ερώτηση γιατί σκότωσε τα τρία αθώα παιδιά, ο MακΓκρίβι απάντησε: «Αυτό προσπαθώ να καταλάβω».

Εξέτισε το μεγαλύτερο μέρος της ποινής υπό προστασία, καθώς υπέστη κακοποίηση από άλλους κρατούμενους.

Το 2006, ο ΜακΓκρίβι μεταφέρθηκε σε ανοιχτή φυλακή και το 2020 εγκρίθηκε η αποφυλάκισή του.

Στη φυλακή του πένθους

Η είδηση αυτή ήταν ένα καταστροφικό πλήγμα για τη μητέρα των τριών παιδιών, την Έλσι. Σε συνέντευξή της στο BBC είπε πως φοβάται ότι θα συναντήσει τον δολοφόνο των παιδιών της στο δρόμο, πως θα προσπαθήσει να τη σφάξει και αυτή.

Σήμερα, 54 χρόνια μετά τη σφαγή και αρκετά χρόνια μετά την έξοδό του από τη φυλακή, ο Ντέιβιντ ΜακΓκρίβι ζει υπό αυστηρότατους περιοριστικούς όρους.

Η ελευθερία του συνοδεύεται από τη χρήση ηλεκτρονικού βραχιολιού εντοπισμού GPS, απαγόρευση κυκλοφορίας συγκεκριμένες ώρες και, κυρίως, την πλήρη απαγόρευση εισόδου σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως το Γούστερ και το Άντοβερ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα έρθει ποτέ σε επαφή με τη χαροκαμένη μητέρα.

Στην ερώτηση γιατί σκότωσε τα τρία αθώα παιδιά, ο MακΓκρίβι απάντησε: «Αυτό προσπαθώ να καταλάβω»

Αν και οι ψυχολόγοι του συστήματος θεωρούν ότι ο κίνδυνος υποτροπής είναι ελάχιστος, για αυτήν αλλά και μεγάλο μέρος της βρετανικής κοινής γνώμη, η παρουσία του «αληθινού δολοφόνου της Παρασκευής και 13» στοιχειώνει και αυτή η ιστορία δεν έχει κανένα εισιτήριο προς πώληση.

Μόνο τρία νήπια ανασκολοπισμένα, στα δρομάκια ενός φιλήσυχου Γούστερ που διαλύθηκε από την κτηνωδία, μόνο μια μητέρα αέναα φυλακισμένη σε ένα κελί πένθους.