Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών ο Μάικλ Παρέντι, ένας από τους πιο αιχμηρούς και ασυμβίβαστους μαρξιστές που ανέδειξε η αμερικανική Αριστερά του 20ού αιώνα. Πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και χαρισματικός δημόσιος ομιλητής, αφιέρωσε τη ζωή του στην αποδόμηση του ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού και της εταιρικής εξουσίας, επιμένοντας ότι η πολιτική δεν μπορεί να αναλυθεί έξω από τις ταξικές σχέσεις και τις υλικές συνθήκες.

Το παράδοξο – και ταυτόχρονα αποκαλυπτικό – της διαδρομής του είναι ότι, παρά το εύρος και την επιρροή του έργου του, αποκλείστηκε ουσιαστικά από το αμερικανικό ακαδημαϊκό κατεστημένο. Ο Παρέντι υπήρξε αυτό που ο ίδιος δεν δίσταζε να ονομάσει «ενοχλητικός διανοούμενος»: ένας μελετητής που δεν περιορίστηκε ποτέ στην κριτική της Δεξιάς, αλλά αμφισβήτησε ανοιχτά και τμήματα της Αριστεράς, ιδιαίτερα όταν – όπως έλεγε – αναπαρήγαγαν άκριτα αφηγήσεις των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης.

Από το Ανατολικό Χάρλεμ στην πολιτική σκέψη της εργατικής τάξης

Γεννημένος το 1933 στο Ανατολικό Χάρλεμ της Νέας Υόρκης, σε οικογένεια εργατικής τάξης, ο Παρέντι δεν αποκόπηκε ποτέ από την κοινωνική του καταγωγή. Έγραφε συχνά για τον πατέρα του, ο οποίος είχε ξεσπάσει σε κλάματα όταν του χάρισαν ένα ακαδημαϊκό βιβλίο που είχε γράψει και αφιερώσει ο γιος του – ένα βιβλίο που δεν μπορούσε να κατανοήσει, αλλά ένιωθε βαθιά ότι τον τιμούσε. Αυτή η εμπειρία, όπως έλεγε, τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή και σφράγισε τη σχέση του με την έννοια της γνώσης ως εργαλείου για τους «από κάτω».

Πριν μπει στο πανεπιστήμιο, εργάστηκε για χρόνια. Σπούδασε στο City College της Νέας Υόρκης, απέκτησε μεταπτυχιακό στο Brown University και διδακτορικό στο Yale. Παρά τα ισχυρά ακαδημαϊκά του διαπιστευτήρια, δεν κατάφερε ποτέ να εδραιωθεί σε κορυφαία πανεπιστήμια. Ο λόγος δεν ήταν η επιστημονική του επάρκεια, αλλά ο ακτιβισμός του, η ανοιχτή κριτική του στον καπιταλισμό και – κυρίως – η επιμονή του να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ παρουσίαζαν τις σοσιαλιστικές κοινωνίες.

Μετά το διδακτορικό του δίδαξε στο University of Illinois at Urbana-Champaign, ωστόσο η συμμετοχή του σε κινητοποιήσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και άλλων κυβερνητικών πολιτικών τη δεκαετία του 1970 τον έφερε σε σύγκρουση με πανεπιστημιακές διοικήσεις. Για χρόνια του αρνήθηκαν μόνιμες ακαδημαϊκές θέσεις.

Γράφοντας για το κοινό – και όχι για το κατεστημένο

Παρά τον επαγγελματικό αποκλεισμό, συνέχισε αδιάκοπα να γράφει και να μιλά για τον ιμπεριαλισμό, τις αυτοκρατορίες, τον σοσιαλισμό και για εκείνο που θεωρούσε υποχώρηση της Αριστεράς μπροστά στον φόβο της περιθωριοποίησης.

Στα βιβλία του – από το Democracy for the Few (1974) και το Inventing Reality: The Politics of the Mass Media (1986) έως το εμβληματικό Blackshirts & Reds (1997) – συνδύασε συστηματική έρευνα με αιχμηρό, πολεμικό ύφος. Έγραψε όχι μόνο για πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, αλλά για ένα ευρύτερο κοινό, αποκαλύπτοντας πώς τα μέσα ενημέρωσης κατασκευάζουν «πραγματικότητες» και πώς οι φιλελεύθερες δημοκρατίες αποκρύπτουν τις ταξικές τους αντιφάσεις.

Η σύγκρουση με την «αντικομμουνιστική» Αριστερά

Ιδιαίτερα αιχμηρός υπήρξε απέναντι σε αριστερούς διανοούμενους που, κατά τη γνώμη του, αναζητούσαν επιβεβαίωση από τους ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Σε δοκίμιο της δεκαετίας του 1990 ειρωνευόταν το στερεότυπο των «διψασμένων για εξουσία Κόκκινων», διερωτώμενος γιατί, αν αυτό ίσχυε, οι κομμουνιστές σε τόσες χώρες στέκονταν στο πλευρό των φτωχών και των αδύναμων, συχνά με μεγάλο προσωπικό κόστος, αντί να απολαμβάνουν τα προνόμια της εξουσίας.

Για τον Παρέντι, το πραγματικό «αμάρτημα» διανοουμένων σαν τον ίδιο ήταν ότι αρνήθηκαν να καταπιούν άκριτα την αμερικανική μιντιακή προπαγάνδα για τις κομμουνιστικές κοινωνίες.

Χωρίς να αγνοεί τις αποτυχίες, τις αδικίες και τα αυταρχικά στοιχεία, υποστήριζε ότι τα υπαρκτά σοσιαλιστικά συστήματα παρήγαγαν και απτά κοινωνικά κέρδη – από την εκπαίδευση και την υγεία έως την κοινωνική ασφάλεια – που βελτίωσαν τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.


Ταξίδεψε εκτενώς στην Κούβα, γράφοντας και μιλώντας για τις πολιτικές αναδιανομής και τις κοινωνικές τους επιπτώσεις, γεγονός που τον έφερε σε ανοιχτή σύγκρουση με αντικομμουνιστικές φωνές ακόμη και εντός της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων και θέσεων που συνδέθηκαν με τον Νόαμ Τσόμσκι.

Παρά τις αντιπαραθέσεις – ιδίως γύρω από τις τοποθετήσεις του για τη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990 – η συμβολή του στη μελέτη των σχέσεων ανάμεσα στον φασισμό, τα δεξιά κινήματα και τις μεγάλες επιχειρήσεις θεωρείται καθοριστική.

Ο Μάικλ Παρέντι έφυγε σε μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, τις οποίες είχε προαναγγείλει εδώ και δεκαετίες. Αν ο ίδιος πλήρωσε επαγγελματικά το τίμημα της αδιαλλαξίας του, το έργο που αφήνει πίσω του συνεχίζει να λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η κριτική σκέψη γίνεται πραγματικά επικίνδυνη μόνο όταν αρνείται να συμβιβαστεί.

*Με πληροφορίες από: Open The Magazine, Κεντρική Φωτογραφία: Instagram @possiblehistory