Ύστερα από μια πολύμηνη περίοδο σχετικής ύφεσης, το Ίδρυμα Smithsonian βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπο με ευθεία πίεση από τον Λευκό Οίκο. Η κυβέρνηση έθεσε σαφές τελεσίγραφο: αν το ίδρυμα δεν παραδώσει έως την Τρίτη το σύνολο των εγγράφων που του έχουν ζητηθεί στο πλαίσιο εκτεταμένου ελέγχου του περιεχομένου και του προγραμματισμού του, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με περικοπές στη χρηματοδότησή του, σύμφωνα με τους New York Times.

Η απαίτηση εντάσσεται στην ευρύτερη πολιτική της κυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η οποία από τον Μάρτιο έχει θέσει ως στόχο την «αποκατάσταση» μιας πιο θετικής αφήγησης για την αμερικανική ιστορία. Τότε υπογράφηκε το εκτελεστικό διάταγμα Restoring Truth and Sanity to American History (Επαναφέροντας την Αλήθεια και την Ασφάλεια στην Αμερικανική Ιστορία), που κατηγορεί το Smithsonian ότι προωθεί αφηγήσεις οι οποίες παρουσιάζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις δυτικές αξίες ως εγγενώς καταπιεστικές.


Το φθινόπωρο η ένταση έμοιαζε να υποχωρεί. Η Λίντσεϊ Χάλιγκαν, η αξιωματούχος που είχε αναλάβει να εξετάσει το Smithsonian για «ακατάλληλη ιδεολογία», απομακρύνθηκε από το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο, ενώ το ίδρυμα είχε ήδη αποδεχθεί να αρχίσει να παραδίδει στοιχεία για τη λειτουργία οκτώ από τα 21 μουσεία του. Παρ’ όλα αυτά, μόνο μέρος των ζητούμενων εγγράφων έχει μέχρι σήμερα παραδοθεί.

Σε αυστηρή επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου προς τον Γενικό Γραμματέα του Smithsonian, Λόνι Μπαντς, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου σημειώνουν ότι το ίδρυμα έχει αποτύχει να τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα και υπενθυμίζουν ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός του —περίπου 1 δισ. δολάρια— εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ομοσπονδιακά κονδύλια. Όπως τονίζεται, τα χρήματα αυτά είναι διαθέσιμα μόνο εφόσον δαπανώνται κατά τρόπο απολύτως σύμφωνο με το εκτελεστικό διάταγμα.

Ο Σάμιουελ Ρέντμαν, καθηγητής Ιστορίας στο University of Massachusetts Amherst, κάνει λόγο για «δραματική κλιμάκωση της πίεσης» προς ένα ίδρυμα που παραδοσιακά θεωρείται ανεξάρτητο από την εκτελεστική εξουσία, σύμφωνα με τους New York Times.


Σε εσωτερική επιστολή προς το προσωπικό, ο Μπαντς αναγνώρισε ότι έχουν ήδη αποσταλεί έγγραφα τον Σεπτέμβριο και ότι ακολούθησε δεύτερο πακέτο στο τέλος του έτους, υπογράμμισε όμως ότι ο όγκος των ζητούμενων υλικών καθιστά αδύνατη την πλήρη συμμόρφωση στο ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα. Παράλληλα, επανέλαβε ότι όλες οι επιμελητικές και προγραμματικές αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από το Smithsonian.

Η αντιπαράθεση λαμβάνει χώρα ενώ επίκεινται αλλαγές στο 17μελές Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος. Το εκτελεστικό διάταγμα ανέθεσε στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος είναι μέλος του συμβουλίου, να διασφαλίσει ότι οι νέοι διορισμοί θα ευθυγραμμίζονται με την κυβερνητική ατζέντα. Έως και έξι θέσεις ενδέχεται να κενωθούν μέσα στο 2026, με τους τελικούς διορισμούς να απαιτούν έγκριση από το Κογκρέσο και τον πρόεδρο.

Το αίτημα του Λευκού Οίκου θεωρείται και πρακτικά δυσβάσταχτο: τα μουσεία καλούνται να παραδώσουν όλα τα κείμενα των εκθέσεων, πλήρεις καταλόγους μόνιμων συλλογών, καθώς και σχέδια και προϋπολογισμούς εκθέσεων και εκδηλώσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στα προγράμματα για την 250ή επέτειο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τι προηγήθηκε: η υπόθεση Σαζέ και ο πολιτισμικός πόλεμος

Στα τέλη Μαΐου, μια φαινομενικά συνηθισμένη ημέρα στην National Portrait Gallery της Ουάσινγκτον μετατράπηκε σε πολιτικό «σεισμό». Η Κιμ Σαζέ, επί 12 χρόνια διευθύντρια ενός από τα πιο εμβληματικά μουσεία του ιδρύματος Smithsonian, πληροφορήθηκε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε δημόσια, μέσω Truth Social, την «απόλυσή» της. Το σκεπτικό ήταν η υποτιθέμενη πολιτική μεροληψία και η στήριξή της σε πολιτικές διαφορετικότητας και συμπερίληψης (DEI), στο πλαίσιο της ευρύτερης εκστρατείας του Λευκού Οίκου κατά των σχετικών προγραμμάτων.

Θεσμικά, ο πρόεδρος δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα. Οι αποφάσεις για προσλήψεις και απομακρύνσεις στο Smithsonian ανήκουν στον Γενικό Γραμματέα του ιδρύματος και στο διοικητικό συμβούλιο. Πράγματι, δύο έκτακτες συνεδριάσεις του συμβουλίου επιβεβαίωσαν ότι η Σαζέ παρέμενε στη θέση της. Ωστόσο, η πολιτική πίεση ήταν έντονη — σύμφωνα με πληροφορίες, ο Τζέι Ντι Βανς είχε ζητήσει την απομάκρυνσή της. Λίγες ημέρες αργότερα, η Σαζέ παραιτήθηκε, δηλώνοντας ότι ήθελε να προστατεύσει το μουσείο από μια παρατεταμένη επίθεση.


Το επεισόδιο δεν ήταν μεμονωμένο. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της δεύτερης θητείας Τραμπ, η οποία αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Από το Kennedy Center, όπου υπήρξαν παρεμβάσεις στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, έως τα εθνικά μουσεία, προωθείται ένα αφήγημα «αμερικανισμού»: εθνικιστικό, θριαμβευτικό και απρόθυμο να σταθεί στις σκοτεινές όψεις της ιστορίας, όπως η δουλεία και ο φυλετικός αποκλεισμός.

Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στο εκτελεστικό διάταγμα της 27ης Μαρτίου, το οποίο κατηγορούσε το Smithsonian ότι έχει υιοθετήσει «διχαστική, φυλετικά εστιασμένη ιδεολογία». Την εποπτεία της λεγόμενης «διόρθωσης» ανέλαβε η Λίντσεϊ Χάλιγκαν, χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον χώρο των τεχνών. Ακολούθησε η απαίτηση για τεράστιο όγκο εσωτερικών εγγράφων και δεσμεύσεις για «διορθώσεις περιεχομένου» σε οκτώ κομβικά μουσεία, με σαφή προειδοποίηση ότι η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση εξαρτάται από τη συμμόρφωση.

Σύμφωνα με τον Guardian, το Smithsonian είναι ιδιαίτερα ευάλωτο: περίπου το 60% του προϋπολογισμού του προέρχεται από ομοσπονδιακά κονδύλια, ενώ ήδη αναμένει περικοπές άνω των 130 εκατ. δολαρίων για το 2026. Παράλληλα, διατυπώνονται φόβοι ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να ασκήσει πίεση και σε ιδιωτικά μουσεία, απειλώντας ακόμη και το καθεστώς φοροαπαλλαγής τους, έστω κι αν μια τέτοια κίνηση θεωρείται νομικά αμφίβολη.


Στο εσωτερικό των μουσείων, η πίεση αυτή μεταφράζεται σε αυτολογοκρισία: όροι όπως «κοινωνική δικαιοσύνη» αφαιρούνται από λεζάντες, αναφορές σε αποικιοκρατία ή δουλεία «μαλακώνουν», ενώ ζητήματα που αφορούν τη ζωή των τρανς ανθρώπων περνούν από πολλαπλά επίπεδα ελέγχου. Χαρακτηριστική ήταν η απόσυρση της έκθεσης American Sublime της Amy Sherald από την National Portrait Gallery, όταν η καλλιτέχνις θεώρησε ότι το έργο της Trans Forming Liberty κινδύνευε να παρουσιαστεί με τρόπο που θα υπονόμευε την τρανς ορατότητα.

Παρά την ένταση, τα μουσεία της Ουάσινγκτον συνεχίζουν να γεμίζουν επισκέπτες. Η καθημερινότητα μοιάζει να κυλά κανονικά, ενώ στο παρασκήνιο εξελίσσεται μια σύγκρουση για το ποιος αφηγείται την αμερικανική ιστορία και με ποιους όρους. Ο Λόνι Μπαντς επιμένει δημόσια στην ανεξαρτησία και τον υπερκομματικό χαρακτήρα του Smithsonian. Όμως, με τον αντιπρόεδρο και αυξανόμενη ρεπουμπλικανική επιρροή στο διοικητικό συμβούλιο, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει αυτή η εύθραυστη ισορροπία;