[…] ο λόγος της Ευρώπης είναι οικουμενικός ακριβώς επειδή είναι ο ορθός λόγος της ανθρωπότητας: ένας λόγος φιλάνθρωπος και υποσχετικός, παρηγορητικός και ενθαρρυντικός, καταπραϋντικός και διεγερτικός. Ένας λόγος που ακούγεται σε όλη την κλίμακα των προβληματισμών του πνεύματος, σε όλο το ανάπτυγμα των συναισθηματικών διαβαθμίσεων, σε όλο το βάθος της ψυχικής αναταραχής. Επειδή είναι πλασμένος ισότιμα με τα πιο ανθεκτικά υλικά, με την ποιητική αισθαντικότητα του Σίλερ και την αποσταγμένη σοφία του Γκαίτε, την ανιχνευτική διεισδυτικότητα του Σαίξπηρ και την κοινωνική ευαισθησία του Ντίκενς, τη συμπονετική ανθρωπιά του Ουγκό και τον σπαρακτικό πόνο του Μποντλέρ. Κι ακόμα: με την καυστική πνοή του Θερβάντες και τη λυρική αύρα του Λόρκα, τον σατιρικό σαρκασμό του Βοκκάκιου και την επική μεγαλοσύνη του Δάντη, τον ηρωικό ρομαντισμό του Πούσκιν και το δραματικό πάθος του Ντοστογέφσκι, την ψυχαναλυτική οξύνοια του Ίψεν και την ελεγειακή νηφαλιότητα του Τσέχοφ. Επειδή είναι ένας λόγος που εξακολουθεί να εμπλουτίζεται, να αναπλάθεται και να μορφοποιείται, να παρακολουθεί με συγκατάνευση τον αγώνα και την αγωνία του κόσμου, να μετουσιώνεται τελειοποιητικά σε εκφραστικό όργανο και επικοινωνιακό εργαλείο υψίστης ακριβείας: με τις εμπειρίες που αντλεί από την υπαινικτική μαεστρία του Τζόις και την αλληγορική σκοτεινιά του Κάφκα, τη συμβολική εμβέλεια του Μαγιακόφσκι και τη μεταφορική ακρίβεια του Μπρεχτ. Με τις συνεχείς αναζωογονητικές του αναβαπτίσεις μέσα στους γόνιμους χυμούς όλων των λόγων της ανθρωπότητας.

Όπως έγινε ήδη κατανοητό, αναφέρομαι στις διάφορες εκδοχές ενός αδιαίρετου και ομοούσιου λόγου που μπορεί να είναι ελεύθερος ή καταπιεσμένος, πλάγιος ή ευθύς, τρυφερός ή άγριος, μαχητικός ή παραιτημένος, ερωτικός ή ασκητικός, με απέραντες τις διαβαθμίσεις της έντασης και αμέτρητες τις ποικιλίες των παραλλαγών του. Μέσα στις διακλαδώσεις αυτού του λόγου η αστείρευτη ερευνητική διάθεση συναντά τον ανικανοποίητο δημιουργικό στοχασμό, η ανυψωτική τάση της εκφραστικής ανάγκης την εικαστική διάσταση του κοινωνικού και του φυσικού περιβάλλοντος, και ο ευλογημένος θεωρητικός προβληματισμός τον έλεγχο της γενετικής σύστασης των πραγμάτων.

Αυτός είναι ο λόγος της ευρωπαϊκής φωνής, όχι ειδικά της Ευρώπης των Δεκαπέντε ούτε ειδικότερα των γερμανόφωνων ή των γαλλόφωνων, των ιταλόφωνων ή των αγγλόφωνων περιοχών. Γιατί ο λόγος αυτός δεν αποτιμάται σύμφωνα με τις εθνικές καταβολές ή με τα αριθμητικά μεγέθη των λαών που τον ομιλούν, αλλά κατά τον βαθμό της συνολικής του πρόσληψης, αν όχι της συνολικής του παρέμβασης στις καθόλου ελπιδοφόρες διεργασίες που συντελούνται από τα διαλελυμένα Βαλκάνια ως την αιμορραγούσα Μέση Ανατολή και τη σπαρασσόμενη Ασία, από τη λιμοκτονούσα Αφρική ως την ανέστια Αμερική του Νότου, και όχι μόνον. Θα έλεγα μάλιστα πως η ουσία της ιδιαιτερότητας του ευρωπαϊκού λόγου σχετίζεται άμεσα με τη γοητεία της πολυμορφίας του· ότι όσο πιο πολύμορφος τόσο πιο ευκρινής είναι, όσο πιο διαδεδομένος τόσο πιο δυνατός, όσο πιο μαχητικός και πείσμων τόσο αποτελεσματικότερος. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα λόγο σύνθετο από διαφορετικές φωνητικές αξίες της ίδιας όμως τάξεως, για ένα μηχανισμό εντελώς ανάλογο με τις συμφωνικές ενορχηστρώσεις, όπου η αλληλοσυμπληρωματική σύμπραξη ποικίλων εκφραστικών οργάνων συνυφαίνει μια ενιαία αρμονική, συναρθρώνοντας την κοινή μουσική γλώσσα της ανθρωπότητας.

Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι η πολυμορφία είναι το αποτελεσματικότερο όπλο μας απέναντι στην απειλή της ανατριχιαστικής ομοιομορφίας του τηλεοπτικού, του ηλεκτρονικού και, γενικότερα, του διατεταγμένου λόγου της λεγομένης «πληροφόρησης», ή της κακώς εννοουμένης ψυχαγωγίας. Η απεριόριστη ελευθερία της φαντασίας απέναντι στον ενεδρεύοντα κίνδυνο της στρατοκρατικής αναπαραγωγής του ενός, στην ισοπεδωτική και άτεγκτη ευκολία της μονογλωσσίας, στη δυσοίωνη προοπτική κάθε ηγεμονισμού. Η ποικιλία των αποσταγμάτων ενός πνευματικού βασανισμού αιώνων, με τις μυστικές συνταγές και τις κρυφές δοσολογίες που εξασφαλίζουν τη μοναδικότητα της θεσπέσιας οσμής στα σπάνια αρώματα. Η πολυτονικότητα και η πολυχρωμία της πολυπολιτισμικής δομής μιας ενιαίας εκφραστικής παράδοσης.

Γιατί η Ευρώπη είναι κάτι πολύ πιο πέρα απ’ αυτό που οραματίζονται οι τραπεζίτες ή διαπραγματεύονται τσιγκούνικα οι πολιτικοί, κάτι πολύ πιο πάνω από μια οσοδήποτε ενδιαφέρουσα οικονομική προοπτική ή μια οπωσδήποτε κουτσουρεμένη πολιτική προσδοκία. Είναι μια ιδέα. Και οι ιδέες έχουν πάντοτε περισσότερη δύναμη και περισσότερη αντοχή όχι μόνο από αυτούς που τις συνέλαβαν και τις εκφράζουν, αλλά και απ’ όσους θυσιάζονται για την υπεράσπισή τους. Έχουν μάλιστα και έναν δικό τους ιδιαίτερο λόγο, ο οποίος, τελικά, δεν είναι άλλος από τον λόγο της ιστορίας τους. Επειδή όμως και η ιστορία έχει τη δική της ιστορία, ας μου επιτραπεί να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου με δυο λόγια για τη μόνη εν ζωή ιστορική γλώσσα της Ευρώπης, στην οποία άλλωστε είναι αφιερωμένος και ο εφετινός εορτασμός της Φραγκφούρτης.

Η ιστορική διάσταση των πραγμάτων, ακόμη και κατά την αβέβαιη διαδρομή του 21ου αιώνα, φαίνεται πως θα εξακολουθεί να προσμετρείται στα ποιοτικά εκείνα μέτρα των αξιών που αντιτάσσονται σθεναρά στην επικράτηση των ποσοτικών παραμέτρων. Γι’ αυτό και η ελληνική γλώσσα μπορεί να μιλιέται σήμερα από ένα πλήθος που δεν ξεπερνά συνολικά τα είκοσι εκατομμύρια, παραμένει όμως η γλώσσα με την οποία μίλησαν για πρώτη φορά η ποίηση και το θέατρο, η φιλοσοφία και η επιστήμη, τα μαθηματικά και η ιατρική, το δίκαιο και η ηθική, η πολιτική και η ίδια η ιστορία. Με την οποία αποκρυσταλλώθηκε για πρώτη φορά το νόημα των αφηρημένων εννοιών και σφυρηλατήθηκε για πρώτη φορά το περιεχόμενο της δημοκρατίας. Είναι η γλώσσα ενός μικρού χώρου που νίκησε τον χρόνο με τη διάρκεια της ευπλασίας της, με την κυριολεκτική της εμβέλεια και με τη μαγική ικανότητα ενός συνεχούς αναπροσανατολισμού. Είναι η γλώσσα της συγγραφής των Ευαγγελίων και ενός μεγάλου μέρους από τις αναζητήσεις του μεσαιωνικού στοχασμού, μια γλώσσα που βυθίζεται με την ίδια ευχέρεια στα βαθιά νερά του παρελθόντος και στα επικίνδυνα συχνά ρεύματα των εκάστοτε νέων καιρών.

Γι’ αυτό και άντεξε όχι μόνο τους τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και τις εξίσου επώδυνες περιόδους της ενετικής και της αγγλικής κατοχής. Για την ακρίβεια, όχι απλώς άντεξε επιβιώνοντας, αλλά ανθώντας ποιητικά, με έναν τρόπο που είχε προκαλέσει τον ανυπόκριτο θαυμασμό του Γκαίτε, ο οποίος μάλιστα μετέφρασε και ορισμένα δημοτικά τραγούδια. Όταν το 1825, μέσα στη δίνη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κυκλοφορούσε για πρώτη φορά η γαλλική έκδοση των δημοτικών τραγουδιών, ο Φοριέλ δεν δίσταζε να διακηρύξει ότι «η νέα ελληνική έχοντας έναν πυρήνα το ίδιο ομοιογενή, και πιο πλούσιο, από τα γερμανικά, όντας το ίδιο ξεκάθαρη με τα γαλλικά, πιο εύκαμπτη από τα ιταλικά και πιο αρμονική από τα ισπανικά, δεν της λείπει τίποτε για να θεωρηθεί από τώρα η πιο όμορφη γλώσσα της Ευρώπης». Η πλαστικότητα της νεοελληνικής εκδοχής του ίδιου πάντοτε πανάρχαιου λόγου με την καίρια αμεσότητα, την ευφάνταστη παρασημαντική και τη συγκινητική μουσικότητα εξακολούθησε όμως να πυροδοτεί τα πετάγματα της έκφρασης και μετά το δημοτικό τραγούδι: από τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του λιγότερου γνωστού, ­ δηλαδή ατελώς μεταφρασμένου ­ εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού ως τις «Ωδές» του παντελώς αγνώστου Ανδρέα Κάλβου, από τον Καβάφη και τον Σεφέρη ως τον Ρίτσο και τις νεότερες γενιές που διαπλάθουν την αυτοσυνειδησία μας.

Η Ελλάδα, κρατώντας ζωντανό ακόμη τον απόηχο της πνοής του Ομήρου και της Σαπφούς, του Αισχύλου και του Ευριπίδη, είναι η χώρα της ποίησης ­ για να μην πω: η πατρίδα της. Αυτό αναδύεται με συγκρατημένη περηφάνια από τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη στο «Άξιον Εστί», ως σημαντική κατάθεση του ελληνικού στο στερέωμα του ευρωπαϊκού λόγου:

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική·

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.

*Απόσπασμα από την ομιλία που είχε εκφωνήσει ο αείμνηστος Άγγελος Δεληβορριάς (1937-2018) στην 53η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης (2001), όπου η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα.

Στη μνήμη του Άγγελου Δεληβορριά, όπως και σε εκείνη του Μαρίνου Γερουλάνου, είναι αφιερωμένη η επετειακή (επί τη συμπληρώσει 200 ετών από την Επανάσταση του 1821) έκθεση του Μουσείου Μπενάκη «1821 Πριν και Μετά».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr