Ο Πρωθυπουργός κ. Κ. Μητσοτάκης εδώ και λίγες μέρες έχει αντικαταστήσει τη νομικά και εθνικά σωστή φράση «το μόνο που έχουμε να συζητήσουμε με τους Τούρκους είναι η υφαλοκρηπίδα» με τη νέα φράση «το μόνο που έχουμε να συζητήσουμε με τους Τούρκους είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών». Ασφαλώς ο Πρωθυπουργός εννοεί το σύνολο υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, εφόσον μάλιστα για την τελευταία έχουν ήδη υπογραφεί διμερείς συμφωνίες με άλλες όμορες χώρες πλην της Τουρκίας. Παρά ταύτα, η έννοια «θαλάσσιες ζώνες» διευρύνει τη συζήτηση κατά τρόπο που η τουρκική κακοπιστία ασφαλώς θα αξιοποιήσει.

Σύμφωνα με τις συμβάσεις της Γενεύης (1058, 1960) και τη σύμβαση του Montego Bay της Jamaica (1982), που επικύρωσε η Ελλάδα το 1995 αλλά όχι η Τουρκία, στις θαλάσσιες ζώνες συμπεριλαμβάνονται (α) η αιγιαλίτιδα ζώνη ή χωρικά ύδατα, (β) η συνορεύουσα ζώνη, (γ) η υφαλοκρηπίδα και (δ) η αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ).

Το πρόβλημα λοιπόν είναι ότι, εάν η Ελλάδα δεχθεί να επεκταθεί η συζήτηση σε όλο το εύρος των θαλασσίων ζωνών πέραν της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, οι Τούρκοι θα θέσουν θέματα κυριαρχίας και θα επιχειρήσουν να συμπεριλάβουν στην ευρύτερη έννοια «θαλάσσιες ζώνες» και θέματα βραχονησίδων, νησίδων κ.λπ. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία επιδιώκει τη συνολική αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης και όχι μία ορθολογική και πολιτισμένη συνεννόηση για την νομική διαρρύθμιση συνοριακών εκκρεμοτήτων. Αυτό είναι κάτι που πιθανώς δεν έχει αφομοιωθεί από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, που εδώ και δεκαετίες έχει υιοθετήσει (και ορθώς) τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό. Αυτός όμως δεν είναι κατάλληλο εργαλείο ανάλυσης του τουρκικού αναθεωρητισμού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις τρίτες χώρες, που δεν έχουν συλλάβει τον βαθύτερο μεσαιωνικό και φονταμενταλιστικό χαρακτήρα του τουρκικού εγχειρήματος ανασύστασης της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του χαλιφάτου. Η Ιστορία είναι περισσότερο κατάλληλο εργαλείο από το διεθνές δίκαιο για να κατανοήσει κάποιος την τουρκική λογική και να αντιμετωπίσει την τουρκική παραβατικότητα.

Η Τουρκία ουσιαστικά έχει θέσει την Ελλάδα μπροστά σε ένα σαφές δίλημμα: ή να δεχθεί την εκούσια de jure φινλανδοποίησή της και την εκχώρηση μέρους της κυριαρχίας της ή να υποστεί έναν de facto ακρωτηριασμό μέσα από ένα μείγμα ωμών παραβιάσεων, μονομερών ή διμερών και νομικά ανυπόστατων ανακηρύξεων όπως το τουρκολιβυκό «σύμφωνο» και μετατροπής του Αιγαίου σε αμφισβητούμενη περιοχή και τελικώς τουρκική επικράτεια. Στο βάθος η Τουρκία σείει τη στρατιωτική αντιπαράθεση, εάν η Ελλάδα αντισταθεί στις τουρκικές επιδιώξεις.

Ασφαλώς στο πλευρό της Ελλάδας θα στοιχηθεί αργά ή γρήγορα η διεθνής κοινότητα, γιατί κανένα κράτος στον κόσμο δεν επιθυμεί την καταρράκωση του διεθνούς δικαίου και κανένα κράτος δεν επιθυμεί την αλλαγή του συνοριακού καθεστώτος (ας φαντασθεί κανείς πόσο εξωπραγματικό θα φάνταζε σήμερα να ανοίξουν ξανά αναχρονιστικές ιστορικές εκκρεμότητες μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών, π.χ. Αλσατία – Λωραίννη, που προκάλεσαν δύο αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους).

Η στάση της Ελλάδας, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα αλλά και η λογική επιβίωσης που ισχύει για όλα τα κράτη, πρέπει να είναι η νομικά θεμελιωμένη βασική διαχρονική θέση «το μόνο που έχουμε να συζητήσουμε με τους Τούρκους είναι η υφαλοκρηπίδα». Και αυτή βάσει του διεθνούς δικαίου και όχι υπό το κράτος απειλής χρήσης βίας, την οποία ως κράτος απορρίπτουμε χωρίς συζήτηση.

Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. Από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφορεί το βιβλίο του «Μαρξισμός και Τροτσκισμός στην Ελλάδα»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο