Oι 8.372 δολοφονημένοι Μουσουλμάνοι, άνδρες και παιδιά. Οι σφαγείς υπό τις διαταγές του Κάρατζιτς και του Μλάντιτς. Οι ολλανδοί κυανόκρανοι που έκλεισαν τα μάτια μπροστά στο μακελειό και όλοι εκείνοι που εξακολουθούν να το αρνούνται. Οι έλληνες πολιτικοί που υποστήριζαν με πάθος τον Μιλόσεβιτς και τους «σέρβους αδελφούς» μας. Οι έλληνες δημοσιογράφοι που ρωτούσαν ειρωνικά για χρόνια «πού είναι οι τάφοι;». Οι έλληνες εθελοντές που πολέμησαν στο πλευρό των Σερβοβόσνιων, ανάρτησαν την ελληνική σημαία στην πόλη κι ύστερα βραβεύτηκαν στο Πάλε από τον Κάρατζιτς, που δήλωσε: «Δύο είναι οι φυσικοί σύμμαχοι των Σέρβων. Ο Θεός και οι Ελληνες». Σρεμπρένιτσα, 25 ακριβώς χρόνια πριν.

Αλλά σήμερα θα διηγηθούμε την ιστορία του Σαμίρ, που τον φώναζαν «Μπόουι». Γεννημένος το 1967, ήταν ο αγαπημένος ρόκερ της πόλης. Ολη μέρα είτε άκουγε είτε έπαιζε μουσική. «Το πρώτο πράγμα που έκανε το πρωί που ξυπνούσε δεν ήταν να πλύνει το πρόσωπό του, αλλά να βάλει μουσική, το κασετόφωνο ή το στέρεο», λέει η αδελφή του Σέλμα Ράικιτς στο Balkan Insight. Και φυσικά στον τοίχο του σπιτιού του είχε μια αφίσα του Ντέιβιντ Μπόουι.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 γνωρίστηκε με τον Φαρούκ Σμαΐλοβιτς κι έφτιαξαν μαζί μια μπάντα που την ονόμασαν Inat (Aχτι). Τις καθημερινές έπαιζαν φολκ σε ξενοδοχεία και τα Σαββατοκύριακα ροκ στην ντισκοτέκ. Οταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις των Σερβοβόσνιων, τον Απρίλιο του 1992, ο Φαρούκ εγκατέλειψε την πόλη. Ο Μπόουι έμεινε, έκοψε τα μαλλιά του και ίδρυσε μια νέα μπάντα που την ονόμασε Absurd (Παράλογο). Ετσι λεγόταν κι ένα τραγούδι που έγραψε τότε: «Είσαι τρελός, δεν βλέπεις ότι είναι παράλογο / Ακόμα προσπαθώ να παίζω μόνος μου ροκ-εντ-ρολ/  Σ’αυτό το σκοτάδι με τις κινούμενες σκιές / Σ’αυτή την πόλη που πεθαίνει μπροστά μας».

Τον Σεπτέμβριο του 1994, έγραψε στον Φαρούκ ότι είχε ένα κακό προαίσθημα: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά νιώθω ότι δεν θα ιδωθούμε ξανά». Κι ύστερα ερωτεύτηκε. Παντρεύτηκε τη Νερμίνα το 1995 και σύντομα την άφησε έγκυο. «Ανυπομονούσε να γίνει πατέρας», θυμάται εκείνη, που σήμερα μένει στην Αμερική μαζί με τον γιο της. Τον Ιούλιο του 1995, όταν άρχισε η τελική επίθεση, αποφάσισαν να φύγουν. Προηγήθηκε η Ναρμίνα, παίρνοντας μαζί το σημειωματάριό του και δύο φωτογραφίες του. Ο Μπόουι δεν τα κατάφερε. Τραυματίστηκε στον δρόμο, συνελήφθη και σφαγιάστηκε. Τα κόκκαλά του βρέθηκαν σπασμένα σε δύο διαφορετικούς τάφους και τοποθετήθηκαν σε ένα φέρετρο που φέρει τον αριθμό 501 – επειδή του άρεσαν πολύ τα τζιν Levi’s 501.

Τον Νοέμβριο του 2004, δύο από τους έλληνες εθελοντές δήλωναν, με ονοματεπώνυμο, στον Ταχυδρόμο, και στον Στέλιο Βραδέλη: «Οι Μουσουλμάνοι μάχονταν σαν μπουνταλάδες και τους σκοτώναμε κατά δεκάδες. Σε 13 λεπτά αφήναμε 300 νεκρούς. Νιώθαμε ικανοποίηση όταν σκοτώναμε Μουσουλμάνους».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο