Είναι αλήθεια ότι η συγκυρία του πανδημίας δεν ήταν η πιο ευνοϊκή για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι συγκυρίες μεγάλων κινδύνων, όταν δεν οδηγούν σε ανεξέλεγκτες καταστροφές, συνήθως ευνοούν τα κόμματα και τους πολιτικούς που είναι στην εξουσία και την ίδια στιγμή εμποδίζουν την αντιπολίτευση να ξεδιπλώσει πλήρως την πολιτική της πρακτική.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στη θέση να βλέπει για ένα σημαντικό διάστημα την κυβέρνηση να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και να κερδίζει σε δημοφιλία στο βαθμό που εφάρμοσε έγκαιρα μέτρα, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αμφισβήτησε τον πυρήνα τους. Άλλωστε, για ένα μεγάλο διάστημα η κοινωνία έδειχνε κυρίως να θέλει να ακούσει τους ειδικούς να εξηγούν, παρά τους πολιτικούς να ξιφομαχούν.

Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ είδε να περιορίζεται όχι μόνο η δυνατότητα του να κάνει κλασική κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, αλλά και να έχει το σύνολο των πρακτικών που θα επέτρεπαν να οικοδομήσει μια νέα σχέση με την κοινωνία. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ο τρόπος που αναβλήθηκε το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που υποτίθεται ότι θα ήταν και το αποφασιστικό βήμα για τη μετατροπή της «Προοδευτικής Συμμαχίας» από μια συσπείρωση προσωπικοτήτων και πολιτικών παραγόντων σε μια νέα «πορεία προς το λαό».

Σε όλα αυτά ας προστεθούν δύο σημαντικές παράμετροι. Παρότι το σύστημα υγείας υπέστη πολύ μεγάλα πλήγματα στην περίοδο των μνημονίων, η μεγάλη κινητοποίηση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και συμμόρφωση της κοινωνίας στα μέτρα απέτρεψαν ένα μεγάλο ξέσπασμα της πανδημίας.

Αυτό δεν επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ μεγάλα περιθώρια κλασικής αντιπολιτευτικής διαμαρτυρίας. Την ίδια στιγμή, ακόμη και εάν ήθελε να ασκήσει πιο έντονη κριτική, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να αναμετρηθεί με το γεγονός ότι έως και μερικούς μήνες πριν ήταν η δική του κυβέρνηση που είχε την ευθύνη για το σύστημα υγείας και άρα έφερε και την ευθύνη για τα όποια ελλείμματα καταγράφονταν.

Μόνο προς το τέλος της περιόδου της σκληρής καραντίνας φάνηκε ο ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθεί να σηκώσει κάπως τους τόνους, κυρίως γύρω από πλευρές της επανεκκίνησης, όπως ήταν π.χ. το ζήτημα με τα σχολεία που φάνηκε να απασχολεί την κοινή γνώμη.

 

Τα όρια της κινηματικής αντιπολίτευσης

Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να επιστρέψει σε πιο κλασικές κινητικές μορφές αντιπολίτευσης. Στηρίζει τις κινητοποιήσεις στο χώρο της παιδείας, τις διεκδικήσεις των νοσοκομειακών γιατρών, τις διαμαρτυρίες νέων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη για την αντιμετώπιση των συναθροίσεων από τις αστυνομικές δυνάμεις και τις κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών και των εργαζομένων στο χώρο της τέχνης που διεκδικούν μέτρα στήριξης.

Όμως, αυτά περισσότερο έχουν να κάνουν με κοινωνικά κομμάτια στα οποία ούτως ή άλλως είχε μια σημαντική επιρροή, παρά με μια εκ νέου διεκδίκηση της ηγεμονίας, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε να μπορεί να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας και κυρίως το μεγάλο όγκο των εργαζομένων (και των ανέργων) που πλήττονται από την αναστολή λειτουργίας ή τον περιορισμό δραστηριοτήτων πολλών επιχειρήσεων.

Όμως, εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει μεγάλη άμεση πρόσβαση, με όρους οργανωμένης συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και ούτως ή άλλως μια συνθήκη πανδημίας με τους ανθρώπους αυτούς να είναι εκτός εργασίας δεν διευκολύνει τη μαζική κινητοποίησή τους.

Επιπλέον, η απεύθυνση στην κοινωνία συνολικά απαιτεί δυνατότητα απήχησης πέραν των κομματιών που κινητοποιούνται με οργανωμένο τρόπο.

 

Η απόπειρα προγραμματικής αντιπολίτευσης

Με την κοινωνία να έχει εξέλθει της καραντίνας και τα ζητήματα της οικονομικής κρίσης να κυριαρχούν στη συλλογική ανησυχία μπροστά στην μερική επανεκκίνηση της οικονομίας, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να κάνει μια στροφή σε ένα είδος προγραμματικής αντιπολίτευσης.

Η επιλογή αυτή δεν είναι μόνο αναγκαστική αλλά και εύλογη. Παρότι η κυβέρνηση πέρασε με επιτυχία τη δοκιμασία της πρώτης φάσης της πανδημίας, κυρίως μέσα από την πολιτική επιλογή να εφαρμόσει λοκντάουν πολύ νωρίς, με σκοπό να μη δοκιμαστούν οι αντοχές του συστήματος υγείας, η οικονομική κρίση είναι μια πολύ πιο δύσκολη συνθήκη.

Άλλωστε, ήδη έχουν υπάρξει κριτικές προς τα κενά που μπορεί να έχουν οι κυβερνητικές εξαγγελίες, ενώ υπάρχει και το πιο συνολικό ερώτημα για πόσο διάστημα μπορεί να αντέξει η κοινωνία, ακόμη και με τα μέτρα που έχουν ληφθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη υπάρχουν εκτιμήσεις ότι πάμε σε ένα δύσκολο φθινόπωρο και χειμώνα.

Σε αυτό το φόντο ο ΣΥΡΙΖΑ διατύπωσε μια σειρά προτάσεων μέτρων που κατά τη γνώμη του θα μπορούσαν να είναι πιο αποτελεσματικά στη στήριξη της κοινωνίας σε αυτή τη δύσκολη φάση.

Τα μέτρα δεν διαφέρουν πολύ από μια φιλοσοφία μέτρων που έχει καταγραφεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και ως έναν βαθμό περιλαμβάνονται καις τις κυβερνητικές προτάσεις: Επιδότηση της εργασίας ώστε να μην γίνονται απολύσεις και χάνονται θέσεις εργασίας. Ενισχύσεις των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ώστε να παραμείνουν σε λειτουργία και να μην έχουν μεγάλες απώλειες. Μια παραλλαγή επιδόματος έκτακτης ανάγκης για ανέργους ή ανθρώπους που είναι σε εργασιακές σχέσεις που δεν επέτρεπαν άλλη μορφή επιδότησης. Ενίσχυση του ΕΣΥ και του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων.

Δυνατότητα διαφόρων μορφών ανάληψης επιχειρήσεων ακόμη και με τη μορφή εθνικοποιήσεων.  Και όλα αυτά κοστολογημένα – κατά τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ – και ικανά να καλυφθούν με την αξιοποίηση των ταμειακών διαθέσιμων  (το «μαξιλάρι»), τον δανεισμό του δημοσίου, το πρόγραμμα SURE της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Ταμείο Εγγυοδοσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και τα προγράμματα παροχής ρευστότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

Τα όρια του «αντιπρογράμματος»

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ φαντάζει πιο γενναιόδωρο από τις κυβερνητικές εξαγγελίες. Προτείνει μεγαλύτερη κάλυψη του χαμένου εισοδήματος, πιο πλατιά κάλυψη ως κοινωνικές κατηγορίες, έχει προτάσεις στήριξης των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων και είναι πιο επιθετικό ως προς την αξιοποίηση των ταμειακών διαθέσιμων και των ευρωπαϊκών πόρων.

Όμως, σε μια δεύτερη ανάγνωση δεν αντιπροσωπεύει μια διαφορετική φιλοσοφία από αυτή της κυβέρνησης. Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση συμφωνούν σε μέτρα επιδότησης των θέσεων εργασίας και ενίσχυσης των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και ειδικών μέτρων για κλάδους ή για στρατηγικές επιχειρήσεις και κυρίως αποβλέπουν στα ταμειακά διαθέσιμα και τα ποσά που θα δοθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα μέτρα αυτά ορίζονται ως προσωρινά με την ελπίδα ότι μετά θα «πάρει μπροστά» η οικονομία, ενώ κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν έχουν με σαφήνεια διατυπώσει μια κατεύθυνση για το «μετά» των έκτακτων μέτρων, έχοντας επίγνωση των μεγάλων αβεβαιοτήτων.

Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιλέγει σε αυτή τη φάση να κάνει προτάσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ριζοσπαστικές. Δεν προτείνει για παράδειγμα «απειθαρχία» ως προς τα όρια της πολιτικής της ΕΕ και της ΕΚΤ, ούτε εξετάζει τι θα σήμαινε στο σημερινό πλαίσιο το «τύπωμα χρήματος».

Αναφέρεται στις εθνικοποιήσεις ως έκτακτο μέτρο και κινείται εντός των ορίων μιας λογικής που συνδυάζει έκτακτη επιδότηση της εργασίας και μια παραλλαγή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (άλλωστε επιδοματική ήταν η αντίληψή του στην περίοδο της διακυβέρνησης), αναγνωρίζοντας τελικά την προτεραιότητα της επιχειρηματικότητας για τη συνολική έξοδο από την κρίση. Αποφεύγει να προτείνει, πλην του χώρους της υγείας, ένα γενναίο πρόγραμμα μαζικών διορισμών στο δημόσιο. Επικεντρώνει στη δυνατότητα βελτίωσης των υφιστάμενων προτάσεων που έχουν ακουστεί στην ΕΕ και δεν προκρίνει κατευθύνσεις «ρήξης» γύρω από ζητήματα όπως το χρέος.

Ανεξαρτήτως της κριτικής που άσκησε η κυβερνητική πλευρά στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και αυτές έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι οι εποχές που το κόμμα του Αλέξη Τσίπα διεκδικούσε να είναι ο φορέας μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής πρότασης έχουν παρέλθει προ πολλού. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνει να βολεύεται προς το παρόν να διεκδικεί να είναι η προοδευτικότερη εκδοχή του υπάρχοντος πλαισίου διακυβέρνησης και διαχείρισης της οικονομίας.

Όμως, το ερώτημα είναι εάν αυτό αρκεί για να μπορέσει να αμφισβητήσει την ηγεμονική θέση στην πολιτική σκηνή που προς το παρόν κατέχει η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Γράψτε το σχόλιο σας