Για τη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ, μια επιτυχία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής θα αποτελέσει το επιστέγασμα της θητείας της. Εχει καταφέρει να εκτοξεύσει τη γερμανική οικονομία, να μετατρέψει τη χώρα της σε παγκόσμιο κέντρο καινοτομίας και να συμβάλει καταλυτικά στη διάσωση του ευρώ, αλλά δεν έχει μπορέσει να αφήσει το αποτύπωμά της στις διεθνείς σχέσεις. Προσπάθησε να το πετύχει με τις συμφωνίες του Μινσκ και τη συριακή συνταγματική επιτροπή χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα.

Η διάσκεψη για το μέλλον της Λιβύης που θα πραγματοποιηθεί στην Καγκελαρία αποτελεί ακόμα μια ευκαιρία για τη Μέρκελ, παρόλο που ο ρόλος της Γερμανίας – με εξαίρεση αυτόν του οικοδεσπότη – παραμένει περιορισμένος. Τα μέτωπα για τη Γερμανία είναι δύο: πρώτον η σφυρηλάτηση κοινής γραμμής στην Ευρωπαϊκή Ενωση και δεύτερον η υποστήριξη των προσπαθειών του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Εθνών Γκασάν Σαλαμέ, κατά πρώτο λόγο με έμφαση σε ζητήματα ανθρωπιστικά.

Η Ρωσία και η Τουρκία έχουν τον πρώτο λόγο σε επίπεδο μεσολάβησης για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης. Οι πρόσφατες συνομιλίες στη Μόσχα, παρόλο που δεν κατέληξαν σε εκεχειρία, ήταν προπαρασκευαστικού χαρακτήρα, όπως δήλωσε ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέδριο στο Δελχί. Η Μέρκελ, που γνωρίζει τη σημασία της συνέχειας, είχε ήδη ταξιδέψει στη ρωσική πρωτεύουσα συναντώντας τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Παράλληλα, σημαντική θα είναι και η επιρροή που ίσως ασκήσει η Αμερική, ιδίως σε ό,τι αφορά την παροχή βοήθειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προς τον στρατάρχη Χαφτάρ εναντίον του πρωθυπουργού Αλ Σαράζ.

Ενώ η κατάσταση περιπλέκεται, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από την απουσία της Ελλάδας από τη διάσκεψη του Βερολίνου. Συμβολικά πρόκειται για αρνητική εξέλιξη. Ουσιαστικά, ωστόσο, η Ελλάδα δεν έχει δυνατότητα μεσολάβησης στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης. Για αυτό, άλλωστε, δεν προσκλήθηκε η Τυνησία που συνορεύει με τη Λιβύη.

Η εξωτερική πολιτική απαιτεί δύσκολες αποφάσεις στο πεδίο της άμυνας. Θα μπορούσε, άραγε, η ελληνική κοινή γνώμη να δεχθεί την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στη Λιβύη ή μια πολύ πιο ενεργή και πολυέξοδη παρουσία της χώρας; Η εθνική συνεννόηση για επίπονες αποφάσεις φαντάζει ουτοπία. Ετσι ο ρόλος του παρατηρητή είναι φυσιολογική εξέλιξη.

Ο δρ Γιώργος Ν. Τζογόπουλος είναι ερευνητής στο Begin Sadat Centre for Strategic Studies και το ΕΛΙΑΜΕΠ και διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Γράψτε το σχόλιο σας