Η Ελλάδα μπορεί μετά τις συνεχείς δημοσιονομικές προσαρμογές, την εφαρμογή των Μνημονίων, αλλά και την πολιτική αλλαγή που επήλθε με τις πρόσφατες εκλογές, να ανακάμπτει σταδιακά δημοσιονομικά και σε επίπεδο προϋπολογισμού, όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο με την ίδια την ΕΕ και την Ευρωζώνη, όπου σε μία δύσκολη και κομβική συγκυρία για την Ελλάδα, βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης.

Αν αναλύσει κάποιος τα δεδομένα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης που είναι η Γερμανία, όντας ταυτόχρονα η σημαντικότερη εξαγωγική οικονομία, θα διαπιστώσει, την μείωση των παραγγελιών, αλλά και την πτώση του κλίματος επιχειρηματικής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ενώ και οι δείκτες μεταποίησης εμφανίζονται συρρικνωμένοι.

Αυτή η κατάσταση έχει ήδη επίδραση σε όλη την Ευρώπη, όπου η ανάπτυξη είναι αναιμική, με τις πληθωριστικές πιέσεις να εμφανίζονται αδύναμες να ενισχύσουν τα επιχειρηματικά κέρδη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νέα Κομισιόν που αναλαμβάνει το Νοέμβριο, μετά τις απαραίτητες διαβουλεύσεις, σκέφτεται σοβαρά, να αναθεωρήσει τους κανόνες του συμφώνου σταθερότητας, κυρίως από την στιγμή που δεν μπορούν να τηρηθούν στο ακέραιο, από τις μεγαλύτερες οικονομίες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία.

Πιο συγκεκριμένα, το δημόσιο χρέος στο επίπεδο του 60% του ΑΕΠ, είναι κάτι που δεν μπορεί να ανταποκριθεί η χώρα μας αφού τα δικά της ποσοστά είναι υπερδιπλάσια. Παρόλα αυτά, θα υπάρξει σχετική χαλάρωση, ώστε να υπάρχουν οι απαραίτητες δαπάνες που θα στηρίξουν την οικονομία.

Δεν θα ζητείται με λίγα λόγια, η μείωση του δημοσίου χρέους υποχρεωτικά κατά 1/20 ανά έτος για μία τριετία, ώστε να φθάσουν τα ποσοστά κοντά στα κριτήρια του συμφώνου σταθερότητας.

Επίσης συζητείται και η χαλάρωση για το κριτήριο του ελλείμματος, όπου σήμερα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ. Μπορεί και εδώ η Ελλάδα να έχει συμφωνήσει σε πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ πάνω από τον μέσο όρο, λόγω του εκτροχιασμού των προηγούμενων ετών, όμως η όποια απόκλιση συμφωνηθεί, θα δώσει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για να ενισχυθεί το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, πέραν των κοινοτικών κονδυλίων που χρησιμοποιούνται σήμερα για τις απαραίτητες χρηματοδοτήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όπως όλα δείχνουν, η πορεία της ΕΕ και της Ευρωζώνης, φαίνεται να αλλάζει σημαντικά από το 2020 και μετά, με την ανάληψη της νέας ηγεσίας, καθώς θα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα των αγορών και των μακροοικονομικών μεγεθών που επιβαρύνοντα,ι υπό την απειλή του εκτεταμένου εμπορικού πολέμου στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.

Η Ελλάδα μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, οφείλει να δείξει συνέπεια και αξιοπιστία και να εκμεταλλευθεί την όποια αναπτυξιακή πολιτική εφαρμοστεί σε κεντρικό επίπεδο, με στόχο να χρηματοδοτήσει τις απαραίτητες επενδύσεις που θα μειώσουν σημαντικά το δημόσιο χρέος και θα ενισχύσουν τα φορολογικά έσοδα αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Γράψτε το σχόλιο σας