Ο Αλέξης Τσίπρας δεν ήταν στην καλύτερη του στιγμή κατά τη διάρκεια της συζήτησης των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έδειχνε άβολα στο ρόλο του ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μόλις έχασε την κυβερνητική εξουσία. Η ομιλία του ήταν αρκετά έκκεντρη και χωρίς εκείνη τη σαφή αποφασιστικότητα που ήταν το σήμα κατατεθέν του σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, αλλά και στην περίοδο που ήταν η ανερχόμενη δύναμη της αντιπολίτευσης.

Προφανώς και μπορούμε να υποθέσουμε ότι μετρούσαν παράγοντες όπως η κούραση από δύο μεγάλες εκλογές μάχες, η εύλογη πικρία για το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα (παρότι το 31,5% θεωρήθηκε από αρκετούς – και δικαιολογημένα – επιτυχία), αλλά και η επίγνωση ότι ένας πρωθυπουργός που μόλις εκλέχτηκε και δη με καθαρή αυτοδυναμία έχει ούτως ή άλλως ένα αρχικό πολιτικό κεφάλαιο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα.

Όμως, υπάρχει και μια διάσταση ακόμη, αυτή που αφορά τον τρόπο που ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται αντιμέτωπος με τα πραγματικά του όρια και τις εξίσου πραγματικές αντιφάσεις.

 

Τι κρατά ο ΣΥΡΙΖΑ από την τετραετία 2015-2019;

Η πρώτη αμηχανία αφορά την ίδια τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και το πώς πια μπορεί να την ενσωματώσει στο αφήγημά του το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Το σχήμα που έχει επιλεγεί είναι στα όρια της ακροβασίας. Από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι ο κύριος όγκος των μέτρων που εφάρμοσε την περίοδο της διακυβέρνησής του, ιδίως έως το τυπικό τέλος του «ελληνικού προγράμματος» τον Αύγουστο του 2018, ήταν μέτρα που δεν ανήκαν στη δική του οπτική, ότι τα εφάρμοσε για να αποφύγει την πλήρη οικονομική κατάρρευση της χώρας και ότι αυτό που μπόρεσε να κάνει ήταν να τα εφαρμόσει με το μικρότερο κοινωνικό κόστος.

Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διαμορφώσει την εικόνα ότι στην πραγματικότητα είχε ένα σημαντικό και θετικό απολογισμό για την πρώτη του διακυβέρνηση και υπερασπίζεται αρκετά από τα μέτρα που πήρε, ακόμη και εάν στην πραγματικότητα ήταν τμήμα των υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν έναντι των δανειστών, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ασφαλιστική μεταρρύθμιση («Νόμος Κατρούγκαλου»).

Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι μπόρεσε να έχει στην πράξη μια προοδευτική πολιτική και παραθέτει διάφορα μέτρα που πήρε, παρότι αρκετά από αυτά ήταν μνημονιακές υποχρεώσεις ή τμήμα της μνημονιακής διαπραγμάτευσης.

 

Ποια η αφετηρία της κριτικής στη Νέα Δημοκρατία;

Αυτό γεννά μια πολλαπλότητα ως προς την αφετηρία της κριτικής που μπορεί να γίνει στη Νέα Δημοκρατία.

Εάν κανείς προσέξει τις παρεμβάσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα, θα διαπιστώσει μια έντονη ταλάντευση.

Άλλοτε η Νέα Δημοκρατία κατηγορείται επειδή προτίθεται να εφαρμόσει ορισμένα μέτρα που ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί αντιλαϊκά ή νεοφιλελεύθερα, και άλλοτε γιατί τα μέτρα που εφαρμόζει αποτελούν απλώς συνέχεια ή αντιγραφή μέτρων που είχε εφαρμόσει και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό εκ των πραγμάτων δεν επιτρέπει ούτε τη σαφή χάραξη διαχωριστικών γραμμών ούτε μια σαφή αντιπολιτευτική τακτική, καθώς εναλλάσσονται δύο διαφορετικοί τρόποι αντιπολίτευσης, αυτός που κάνει κριτική στον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής και αυτός που απλώς εγκαλεί τη νέα κυβέρνηση επειδή αντιγράφει την προηγούμενη.

 

Η ταλάντευση του ΣΥΡΙΖΑ έναντι της Νέας Δημοκρατίας

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα που έχει πια και σημαντική κυβερνητική εμπειρία αλλά και ένα ιστορικό βάθος ως ιδεολογικό ρεύμα. Αυτό σημαίνει ότι έχει ένα σημαντικό ρεπερτόριο αντιπολιτευτικών λόγων έναντι της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όμως, προς το παρόν αυτό το ρεπερτόριο κυρίως εκφράζεται με τη μορφή μιας ταλάντευσης ανάμεσα σε δύο κομβικές γραμμές.

Η μία γραμμή είναι αυτή μιας ολομέτωπης επίθεσης στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητοστάκη, με επιστροφή στον σκληρό αντιμνημονιακό και αντινεοφιλελεύθερο λόγο της περιόδου πριν από το 2015 και με συχνή επίκληση των κοινωνικών αντιστάσεων. Αυτό έχει ήδη φανεί στη στάση που έχει κρατήσει σε θέματα όπως π.χ. του πανεπιστημιακού ασύλου που το έχει υπερασπιστεί.

Η άλλη γραμμή είναι πιο κοντά σε αυτό που θα ονομάζαμε «υπεύθυνη αντιπολίτευση». Το δημοσιογραφικό αυτό κλισέ παραπέμπει σε ένα είδος αντιπολίτευσης που αναζητά κοινές αφετηρίες με τα κυβερνητικά μέτρα και κάνει κριτικές ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Μεγάλο μέρος των αντιπαραθέσεων εντός του κοινοβουλίου ως προς το εάν υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος για τα κυβερνητικά μέτρα, εντάσσονται σε ένα τέτοιο ύφος αντιπολίτευσης που δεν θεωρεί ότι το επίδικο είναι κάποια «στρατηγική οπτική» αλλά η αποτελεσματικότητα και το «κοινωνικό πρόσημο» της όποιας εκδοχής διαχείρισης.

 

«Αντισυστημική» δύναμη ή «κεντροαριστερή» δύναμη εντός του νέου δικομματισμού;

Όλα αυτά συνδέονται και με ένα βαθύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο αφορά τον ίδιο τον προσανατολισμό του.

Συχνά η συζήτηση αυτή παρουσιάζει με όρους οργανωτικούς ή με όρους πολιτικού επιφαινόμενου, κυρίως σε σχέση με το πώς θα εξελιχθεί το σχήμα της «Προοδευτικής Συμμαχίας». Όμως, το ερώτημα είναι αρκετά πιο στρατηγικό και αφορά την φυσιογνωμία και την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.

Από τη μια υπάρχει όλη η διάχυτη επιθυμία ενός μέρους του στελεχιακού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ να επιστρέψει σε ένα χαρακτήρα «αντισυστημικής» δύναμης, ήτοι σε μια εκδοχή «ριζοσπαστικής αριστεράς» που θα διεκδικεί μια συνολικότερη αμφισβήτηση του νεοφιλελεύθερου πλαισίου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και σε αυτή τη βάση θα επιδιώκει να εκπροσωπήσει και κινήματα που κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.

Από την άλλη, υπάρχει η θέση της ηγεσίας, αλλά και μεγάλου μέρους και στελεχών και της κοινοβουλευτικής ομάδας, ότι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια δύναμη προοδευτικής διακυβέρνησης και όχι αντισυστημικής ρήξης και άρα ως προς το λόγο, τις αιχμές και την οργανωτική μορφή θα πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτό το νέο ρόλο. Είναι η αντίληψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να εκπροσωπήσει το «προοδευτικό άκρο» του πολιτικού συστήματος όπως αυτό διαμορφώνεται εντός των πολύ συγκεκριμένων περιορισμών που θέτει το μεταμνημονιακό πλαίσιο.

Μέχρι τώρα η επίσημη ρητορική, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσφατη ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εκπροσωπήσει ταυτόχρονα και το ριζοσπαστικό βάθος της αριστεράς και τον ρεαλισμό μιας σύγχρονης «ριζοσπαστικής παράταξης». Μόνο που αποτελεί περισσότερο ρητορικό σχήμα παρά πραγματική «σύνθεση»

Η απουσία αποτίμησης και  αυτοκριτικής

Τα πράγματα κάνει ακόμη πιο δύσκολα μια ιδιαίτερη επιμονή «αυτοδικαίωσης» στην οποία πρωτοστατεί ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Είναι το σχήμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το σωστό σε κάθε στιγμή και σε κάθε καμπή, είτε μιλάμε για τη ρητορική του 2013, είτε για την ατελέσφορη διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015, είτε με το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, είτε με την αθέτηση του ΟΧΙ μετά, είτε με το κυβερνητικό έργο σε όλες τις παραλλαγές του. Όμως, αυτό το σχήμα ισοδυναμεί με άρνηση αποτίμησης, απουσία αυτοκριτικής και τελικά μια άρνηση να βγουν συμπεράσματα και διδάγματα και σε αυτή τη βάση να χαραχτεί μια νέα στρατηγική.

Και όσο δεν αποσαφηνίζεται η αποτίμηση, όσο δεν επιλέγει ο ΣΥΡΙΖΑ να πει τι κρατάει και τι αφήνει από τη διαδρομή και την ταυτότητά του με βάση και την εμπειρία της διακυβέρνησης, τόσο θα παρατείνεται αυτή η εικόνα αντιπολιτευτικής αμηχανίας.