Τις αρχές στις οποίες βασίζεται το κυβερνητικό σχέδιο για την προστασία της α’ κατοικίας από πλειστηριασμούς περιέγραψε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας Γιάννης Δραγασάκης, επιβεβαιώνοντας τους φόβους ότι εν όψει εκλογών η κυβέρνηση ετοιμάζεται για σύγκρουση με τις τράπεζες, αλλά και με τους θεσμούς, επιλογή που μπορεί να έχει επικίνδυνες παράπλευρες απώλειες για την οικονομία.

Τοποθετώντας «εντός του Φεβρουαρίου» τη νομοθετική παρέμβαση για την προστασία της α’ κατοικίας από τους πλειστηριασμούς ο Γ.Δραγασάκης μιλώντας στη Βουλή, τόνισε ότι δύο θα είναι τα βασικά στοιχεία του νέου πλαισίου που επεξεργάζεται η κυβέρνηση: η δόση που θα καταβάλλουν οι δανειολήπτες θα είναι δραστικά μικρότερη και η προστασία θα επεκταθεί και σε κατηγορίες δανειοληπτών που σήμερα δεν καλύπτονται (π.χ. μικροέμποροι).

Και τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν κόκκινο πανί -πόσο μάλλον αν δεν μειωθεί και σημαντικά το όριο αξίας της προστατευόμενης κατοικίας- για τις τράπεζες, οι οποίες θέλουν να περιορίσουν στο ελάχιστο τις απώλειες τους από την όποια ρύθμιση για προστασία α’ κατοικίας, αλλά και για τους θεσμούς και κυρίως την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που θα κληθεί και να γνωμοδοτήσει για τη σχετική ρύθμιση, καθώς επηρεάζει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.

Το πρόσφατο μήνυμα του προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ήταν σαφές και δεν άφηνε περιθώρια παρεξήγησης και παρερμηνειών. Τo ζήτημα των κόκκινων δανείων θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με σεβασμό στις κοινωνικές ανάγκες, αλλά χωρίς να καταστραφεί το τραπεζικό σύστημα, τόνισε ο Ντράγκι.

Ο Γιάννης Δραγασάκης έσπευσε βέβαια να καθησυχάσει τις τράπεζες διαβεβαιώνοντας ότι η κυβερνητική πρόταση για τη νέα ρύθμιση λαμβάνει υπόψη της όχι μόνο τις κοινωνικές συνέπειες, αλλά και τις δημοσιονομικές, όπως επίσης και τις συνέπειες σε ό,τι αφορά στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.

Ως έμπρακτη απόδειξη δε του ενδιαφέροντος της κυβέρνησης για την υγεία και τη σταθερότητα των τραπεζών ανέφερε ότι εξετάζεται και η πρόταση του ΤΧΣ για τη δημιουργία ενός φορέα στον οποίο θα μεταφερθούν τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών με κρατική εγγύηση.

Οι πιο «πονηροί» λένε βέβαια ότι η αναφορά του αντιπροέδρου στην προώθηση προτάσεων για τη διαχείριση των κόκκινων δανείων, όπως αυτή του ΤΧΣ, είχε και άλλο σκοπό: να χρησιμοποιηθεί μαζί με την ικανοποίηση του αιτήματος των τραπεζών για επέκταση της χρονικής διάρκειας για τον συμψηφισμό των παρακρατούμενων φόρων από τόκους ομολόγων, ως μοχλός πίεσης προκειμένου οι τράπεζες να δεχθούν το κυβερνητικό σχέδιο για την προστασία της α’ κατοικίας.

«Καλά τους κάνει», θα σκεφτεί -δικαίως- ο πολίτης που λόγω κρίσης καταστράφηκε οικονομικά και κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του σε πλειστηριασμό, και γίνεται έξαλλος με την ιδέα ότι από τη μία οι τράπεζες ζητούν ξανά βοήθεια από το κράτος αυτή τη φορά για να μειώσουν τα κόκκινα δάνεια τους, από την άλλη όμως αρνούνται να κάνουν ευνοϊκές ρυθμίσεις ή και κούρεμα χρέους σε πολίτες που πραγματικά αδυνατούν να πληρώσουν το δάνειο τους και ζουν υπό την δαμόκλειο σπάθη της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού.

Σαφώς όλα αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη και να βρεθεί μια χρυσή τομή. Ωστόσο ο δρόμος της σύγκρουσης που φαίνεται να επιλέγει η κυβέρνηση είναι ακριβώς ότι δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή η οικονομία. Χειροπιαστή απόδειξη της λεπτής και ευαίσθητης ισορροπίας στην οποία κινείται αυτή τη στιγμή η οικονομία και οι τράπεζες είναι το πόσο εύκολα επηρεάζεται το οικονομικό κλίμα και η πολύ σημαντική ψυχολογία της αγοράς από εξωτερικούς παράγοντες, ακόμη και από δηλώσεις. Μία εβδομάδα τώρα ο κ. Δραγασάκης προσπαθεί να εξηγήσει ότι δεν υποστήριξε ποτέ ότι οι τράπεζες  χρειάζονται καινούρια ανακεφαλαιοποίηση αλλά μίλησε για τους πιθανούς κινδύνους εάν δεν γίνουν οι σωστοί χειρισμοί για τα κόκκινα δάνεια.

Αν μόνο η χρήση μια φορτισμένης αρνητικά λέξης μπορεί να δημιουργήσει πανικό, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα συμβεί στην οικονομία εάν υπάρξει κλίμα γενικευμένης σύγκρουσης μεταξύ κυβέρνησης-τραπεζών και κυβέρνησης-θεσμών. Υπό το πρίσμα αυτό οι πληροφορίες ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται να προχωρήσει μονομερώς, δηλαδή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των τραπεζών, στη θεσμοθέτηση της προστασίας με βάση την πρότασή της προκαλούν έντονη ανησυχία.

Μικρότερη δόση και κάλυψη και της α’ κατοικίας επαγγελματιών

«Θέλουμε ένα νέο σχέδιο και εργαζόμαστε πάνω σε αυτό προκειμένου να έρθει για συζήτηση στη Βουλή, εντός του Φεβρουαρίου», ανέφερε για την προστασία της πρώτης κατοικίας ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Γιάννης Δραγασάκης.

«Θα υπάρξει προστασία της πρώτης κατοικίας. Επιδιώκουμε η δόση που πληρώνουν οι δανειολήπτες να είναι δραστικά μικρότερη, κατά περίπτωση βέβαια, ώστε να διευκολύνεται η εξυπηρέτηση των δανείων. Η προστασία, επιδιώκουμε να επεκταθεί και σε κατηγορίες δανειοληπτών, που σήμερα δεν περιλαμβάνονται στις προστατευτικές διατάξεις. Επομένως θα έχουμε ένα σύστημα με αρκετά θετικά στοιχεία που θα οδηγήσει σε ουσιαστικές λύσεις και γρήγορα, για τους δανειολήπτες και όλους τους εμπλεκόμενους», δήλωσε ο υπουργός Οικονομίας.

«Αν βγαίνει ένα συμπέρασμα από τα τελευταία χρόνια, είναι ότι διαψεύστηκαν οι καταστροφολογίες της αντιπολίτευσης. Το ίδιο που έγινε με τις προβλέψεις ότι «δεν βγαίνουμε από τα μνημόνια», «δεν κλείνει η αξιολόγηση», «δεν βγαίνουμε στις αγορές», ότι «θα κοπούν οι συντάξεις», το ίδιο έχουμε και τώρα. Ακούμε ότι «δεν θα έχουμε προστασία της πρώτης κατοικίας», ακούμε ότι «εκατοντάδες χιλιάδες πλειστηριασμοί έρχονται». Υπομονή μέσα στο μήνα θα έρθει το σχέδιο νόμου και θα υπάρξει ένα νέο σύστημα προστασίας», είπε ο κ. Δραγασάκης.

Αναφορικά με την εξέλιξη των κόκκινων δανείων, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης είπε ότι «το μεγάλο βουνό» των κόκκινων δανείων δημιουργήθηκε το διάστημα 2011-2014 και στις 31.12.2014 είχαν φτάσει τα 97 δισ. ευρώ, οπότε και άρχισε μια πορεία μείωσης τους. Η όποια μείωση των δανείων είναι αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών που έλαβε αυτή η κυβέρνηση, τόνισε ο Γιάννης Δραγασάκης.

«Η στοχοθεσία για τη μείωση των δανείων δεν ήταν κυβερνητική απόφαση. Καθορίστηκε από την ΤτΕ, σε συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις τράπεζες. Και πρέπει να πω ότι η στοχοθεσία, μέχρι τώρα τηρείται», είπε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και διευκρίνισε ότι αυτό που συζητείται τους τελευταίους μήνες είναι η ανάγκη επιτάχυνσης αυτής της μείωσης.

Ο υπουργός Οικονομίας σχολίασε και τη στάση της ΝΔ. «Το υπουργείο Οικονομικών έχει δώσει τις βασικές πληροφορίες αλλά οι εκπρόσωποι της ΝΔ παριστάνουν ότι τις αγνοούν. Έχουν ένα ύφος εισαγγελέα, λες και ήρθαν από τον ‘Αρη, και διαπιστώνουν ξαφνικά ότι έχουμε κόκκινα δάνεια. Δεν λένε τίποτα όμως για το ιστορικό του προβλήματος, δεν λένε τίποτα για τις προσπάθειες που έκαναν τότε και που δεν απέδωσαν. Τέσσερα δάνεια ρυθμίστηκαν έως το 2014. Επομένως χρειάζεται και μια σεμνότητα», είπε ο κ. Δραγασάκης.

Για την κατάσταση των τραπεζών, ο υπουργός Οικονομίας είπε πως «ό,τι έχει συμβεί στις τράπεζες τα τελευταία χρόνια και ιδίως τους τελευταίους μήνες είναι σε θετική κατεύθυνση», και επισήμανε την αύξηση καταθέσεων, τη μείωση των κόκκινων δανείων, τη μείωση έως τον μηδενισμό της εξάρτησης των τραπεζών από τον δανεισμό του ELA, τη βελτίωση των συνθηκών πρόσβασης στις αγορές, «η οποία τώρα μάλιστα θα επιτρέψει στις τράπεζες να βγουν και αυτές αφού βγήκε και το δημόσιο», τη βελτίωση και των επιτοκίων και των όρων χρηματοδότησης της οικονομίας.

«Επομένως όλη αυτή η φιλολογία που αναπτύσσεται με το παραμικρό, δεν έχει αντικειμενική βάση σήμερα», είπε ο Γιάννης Δραγασάκης που πρόσθεσε πάντως ότι χρειάζεται προσοχή διότι «υπάρχει πρόοδος αλλά έχει μείνει ακόμη κληρονομιά από την κρίση».

Γράψτε το σχόλιο σας