Πόλη με φημισμένους καταρράκτες και πολλά τρεχούμενα νερά, μεγάλα πάρκα και δεντρόφυτους δρόμους, αλλά και υπέροχη θέα στον εύφορο μακεδονικό κάμπο, η Έδεσσα, η πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας, είναι ένα από τα ωραιότερα οικιστικά σύνολα της Μακεδονίας.

 

Παλαιότερα η Έδεσσα ταυτιζόταν με τις Aιγές, την πρώτη πόλη των Μακεδόνων, άποψη που αποδείχτηκε εσφαλμένη μετά τα λαμπρά ανασκαφικά ευρήματα που έφερε στο φως ο αείμνηστος καθηγητής Μανόλης Ανδρόνικος στη Bεργίνα της Ημαθίας.

Χτισμένη σε περιοχή κατοικημένη από τους Προϊστορικούς Χρόνους (3η χιλιετία π.Χ.), η αρχαία πόλη της Έδεσσας είχε αρχικά τη μορφή ενός μικρού αγροτικού οικισμού, ο οποίος από τα τέλη των Κλασικών Χρόνων εξελίχθηκε σε μια σύνθετη, τειχισμένη πόλη, χτισμένη σε δύο επίπεδα, την ακρόπολη (κάτω από τα θεμέλια της σύγχρονης Έδεσσας) και την κάτω πόλη (στα ριζά του βράχου, όπου απλώνεται η κοιλάδα του Λόγγου).

Η πόλη, σημαντικό οικιστικό σύνολο ήδη από τους Eλληνιστικούς Xρόνους, γνώρισε την ύψιστη ακμή της κατά τη Pωμαϊκή και την Παλαιοχριστιανική Περίοδο, γεγονός που πρέπει να συνδεθεί αφενός με τη θέση της επί της Εγνατίας οδού και αφετέρου με το μαρασμό της Πέλλας.

Στο εσωτερικό της ακρόπολης έχουν ερευνηθεί τμήματα κτιρίων Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών Χρόνων, ενώ η κάτω πόλη περιβαλλόταν από μνημειακό τείχος, που κατασκευάστηκε στους Πρώιμους Ελληνιστικούς Χρόνους και γνώρισε στη συνέχεια αλλεπάλληλες επισκευές.

Κατά μήκος της μνημειακής πλακόστρωτης οδού που διασχίζει όλη την πόλη εντοπίστηκαν κτίρια Ελληνιστικών, Ρωμαϊκών και, κυρίως, Παλαιοχριστιανικών Χρόνων (κατοικίες, εργαστήρια, αποθήκη). Στην κάτω πόλη έχουν ερευνηθεί και δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, η μία εντός και η άλλη εκτός των τειχών.

Από τις αρχαίες πηγές και τις επιγραφές που εντοπίστηκαν κατά την αρχαιολογική έρευνα αντλούμε πληροφορίες για την πολιτική και τη θρησκευτική ζωή της πόλης κατά τους Ελληνιστικούς και τους Ρωμαϊκούς Χρόνους (υπήρχαν, μεταξύ άλλων, βουλευτήριο, γυμνάσιο και ναοί του Δία Υψίστου, του Διονύσου, του Ηρακλή και της θεάς Μας).

 

Εκτός των τειχών, και κατά μήκος των οδικών αξόνων που οδηγούσαν στην ακρόπολη και την κάτω πόλη, βρίσκονται τα νεκροταφεία, από την ανασκαφική έρευνα των οποίων προέκυψαν αξιόλογα στοιχεία για την ταφική αρχιτεκτονική και τα ταφικά έθιμα.

Από τα τέλη του 7ου αιώνα μ.Χ. η κατοίκηση περιορίστηκε σταδιακά στο χώρο του βράχου, όπου διαμορφώθηκε το κάστρο των Βοδενών, από το οποίο προήλθε η σύγχρονη πόλη της Έδεσσας.

Η πόλη διατήρησε τη σπουδαιότητά της και κατά τους Bυζαντινούς Xρόνους. Tον καιρό των πολέμων του Bασιλείου Β’ με τους Βουλγάρους (τέλη 10ου-αρχές 11ου αιώνα) το κάστρο της Έδεσσας κατελήφθη δύο φορές από τους τελευταίους.

Στις πηγές της εποχής αυτής η πόλη αναφέρεται συχνά με το όνομα Bοδενά, που προέρχεται από τη σλαβική λέξη βόντα (νερό). Tο «θεοφρούρητο κάστρο των Βοδενών», αφού πρώτα έπεσε στα χέρια των Λατίνων και υπήχθη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, κατελήφθη το 14ο αιώνα από τους Σέρβους και, στη συνέχεια, από τους Tούρκους (1389).

Επί Tουρκοκρατίας το χριστιανικό στοιχείο της πόλης ήταν αρκετά υπολογίσιμο, ενώ το 1782 ιδρύθηκε το «Eλληνομουσείον», πρώτο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, εποχή μεγάλης ακμής για την πόλη, όταν το ελληνικό στοιχείο αποτελούσε το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού, η Έδεσσα πέρασε στην επικυριαρχία του Aλή πασά.

Οι Εδεσσαίοι έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821 και στο Μακεδονικό Αγώνα. Η πόλη απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 1912, ενισχύθηκε με μικρασιάτες πρόσφυγες το 1923 και γνώρισε περίοδο βιομηχανικής ακμής κατά το Μεσοπόλεμο.

Σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της Έδεσσας αλλά και τους επισκέπτες αποτελούν, ασφαλώς, οι καταρράκτες της πόλης. Κάτω από το μεγαλύτερο καταρράκτη, που φέρει την ονομασία Kάρανος, υπάρχουν μικρό σπήλαιο και το εκκλησάκι της Aνάληψης.

Στην κατάφυτη τοποθεσία με τα αιωνόβια πλατάνια και την ωραία θέα είχαν ιδρυθεί στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, η ακμή των οποίων τοποθετείται στο Μεσοπόλεμο.

Στην περιοχή του Πάρκου Καταρρακτών λειτουργούν Υπαίθριο Μουσείο Νερού (στην παλαιά βιομηχανική ζώνη της Έδεσσας με τους υδροκίνητους μύλους, που χρονολογούνται κατ’ αρχήν από τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αιώνα) και Κέντρο Πληροφόρησης Επισκεπτών Έδεσσας.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η παραδοσιακή συνοικία Βαρόσι, ο μοναδικός πυρήνας που έχει διασωθεί από το ιστορικό κέντρο της Έδεσσας.

Στο Βαρόσι, που υπήρξε η πρώτη χριστιανική συνοικία που δημιουργήθηκε μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, σώζονται οι βυζαντινές εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου (ο παλαιός μητροπολιτικός ναός, τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του 14ου αιώνα, με αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο και τοιχογραφίες που χρονολογούνται γύρω στο 1380) και των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, καθώς και το κτίριο του παλαιού Παρθεναγωγείου (1877), που χρησιμοποιείται ως πολιτιστικό κέντρο και εκθεσιακός χώρος.

Το ενδιαφέρον των επισκεπτών της Έδεσσας συγκεντρώνουν ο κομψός πέτρινος πύργος με τα έξι ρολόγια και οι λεγόμενοι μικροί καταρράκτες στο κέντρο της πόλης, το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην περιοχή του Λόγγου και το πέτρινο τοξωτό γεφύρι (Ρωμαϊκών ή Βυζαντινών Χρόνων, ανακατασκευασμένο επί Τουρκοκρατίας) στη θέση «Κιουπρί».

 

Η περιοχή του Ψηλού Βράχου διαθέτει εκπληκτική θέα, ενώ το δάσος της Γαβαλιώτισσας και το άλσος Χίλια Πεύκα προσφέρονται για πικνίκ και άμεση επαφή με τη φύση.