Εδώ και μερικούς μήνες στη χώρα έχουμε ένα παράδοξο. Στην εξουσία είναι μια κυβέρνηση η οποία στο εσωτερικό της έχει εκ διαμέτρου αντίθετες σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα, αυτό της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Δηλαδή, σε ένα θέμα που αφορά το εάν θα κλείσει ή όχι ένα ζήτημα που απασχολεί την πολιτική ζωή του τόπου σχεδόν 30 χρόνια και για το οποίο υπάρχει μια ισχυρή απορριπτική πλειοψηφία στην κοινή γνώμη, στην εξουσία είναι ένας κυβερνητικός συνασπισμός όπου οι δύο εταίροι δεν συμφωνούν.

Ακόμη χειρότερα έχουμε μια κυβέρνηση όπου ο ένας εταίρος έχει προαναγγείλει από πέρσι ότι σε περίπτωση που έρθει η Συμφωνία των Πρεσπών στη Βουλή προς κύρωση θα αποσυρθεί από την κυβέρνηση και ουσιαστικά θα επιχειρήσει την ανατροπή της κυβέρνησης.

Ωστόσο, όλο αυτόν τον καιρό αυτή η κυβέρνηση, με την υποτίθεται τόσο μεγάλη διαφωνία στο εσωτερικό της, εξακολουθεί να κυβερνά σαν κανονικά και να περνάει το ένα μέτρο μετά το άλλο.

Τελικά γιατί δεν έχει φύγει ο Πάνος Καμμένος τόσο καιρό;

Ο Πάνος Καμμένος υποτίθεται ότι θεωρεί εγκληματική τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν έχει δηλώσει απλώς τη διαφωνία του αλλά την κάθετη αντίθεσή του. Παρ’ όλα αυτά δεν έχει κάνει τίποτα μέχρι τώρα για να αποτρέψει και τη διαμόρφωσή της και την επικύρωσή της. Αντίθετα, λίγο πολύ λέει ότι αυτός διαφωνεί αλλά η Συμφωνία θα περάσει παρά τη βούλησή του.

Μόνο που αυτό στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή της συμφωνίας. Σε τελικά ανάλυση η πολιτική δεν έχει να κάνει με την «αιτιολόγηση ψήφου» αλλά με τις πράξεις και τα γεγονότα, το τι έγινε και τι δεν έγινε.

Μικρή σημασία έχει η ιδεολογική ή συνειδησιακή διαφωνία του Πάνου Καμμένου με τη συμφωνία. Αυτό που μετράει είναι εάν θα κάνει κάτι για να μην περάσει. Και μέχρι τώρα έχει δεσμευτεί ότι δεν θα κάνει τίποτα για να αποτρέψει την εφαρμογή της συμφωνίας. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την οργή των οπαδών των ΑΝΕΛ και το πώς τον κατηγορούν ουσιαστικά ότι πρόδωσε τη θέση του κόμματος.

Ο λόγος που επικαλείται ο Πάνος Καμμένος για αυτή την ιδιότυπη και οριακή ισορροπία είναι ότι η κυβέρνηση έχει ένα σημαντικό πρόγραμμα που δεν θα μπορούσε να ανακοπεί στο όνομα της μη υπερψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Μόνο που εάν ισχύει αυτό, τότε είναι σαφές ότι η Συμφωνία δεν μια τόσο μεγάλη καταστροφή, εφόσον μπορεί ο Πάνος Καμμένος θα υπογραμμίσει ότι υπάρχουν άλλες πολιτικές, π.χ. το «κοινωνικό πακέτο» της κυβέρνησης που ως προς τη σημασία προηγούνται.

Εκτός βέβαια και εάν ο Πάνος Καμμένος δεν ενδιαφέρεται τόσο για το εάν θα περάσουν συγκεκριμένα μέτρα, αλλά στο ίδιο το γεγονός του να παραμείνει η σύμπραξη με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.

Μόνο που εάν ισχύει αυτό, τότε δεν μιλάμε απλώς για κάποιες πολιτικές που πρέπει να ολοκληρωθούν, αλλά για την προσκόλληση στην εξουσία, ακόμη και σε μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι ετοιμάζεται να κάνει μια τόσο επικίνδυνη στροφή στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Όμως, κάνοντάς το αυτό ο Πάνος Καμμένος απλώς καθίσταται έκθετος στην κριτική ότι περισσότερο ενδιαφέρεται για τα όποια οφέλη της εξουσίας, παρά για το μέλλον της χώρας.

Οι ατέλειωτες παλινωδίες

Είναι προφανές ότι ο Πάνος Καμμένος εάν ήθελε πραγματικά να ακυρώσει τη Συμφωνία των Πρεσπών, είτε θα είχε ρίξει την κυβέρνηση με το που τέθηκε το ζήτημα, είτε θα είχε εκβιάσει τον Αλέξη Τσίπρα να αφήσει αυτό το θέμα για αργότερα, εάν ήθελε να συνεχιστεί ο βίος της κυβέρνησης. Δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Με αυτή την έννοια και κατά μία παράξενη ειρωνεία, ο υποτίθεται φλογερός πατριώτης Καμμένος είναι αυτός που εξασφάλισε ότι θα περάσει η Συμφωνία των Πρεσπών, την ώρα που ήταν στην πραγματικότητα ο μόνος που μπορούσε να κάνει κάτι ώστε η όλη διαδικασία να είχε σταματήσει εξαρχής.

Για να μπορέσει να χειριστεί αυτή την εκρηκτική αντίφαση ο Πάνος Καμμένος έχει επιδοθεί σε μια χωρίς προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία επιχείρηση παλινωδιών.

Αρχικά υποστήριξε ότι όταν έρθει η Συμφωνία στη Βουλή, αυτός θα αποσύρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση.

Όταν έγινε σαφές ότι μια τέτοια δήλωση για να αποκτήσει υλική υπόσταση σήμαινε να υπερψηφίσει ο Πάνος Καμμένος πρόταση δυσπιστίας της αντιπολίτευσης, τότε ανέκρουσε πρύμνα και διατύπωσε το σχήμα περί απόσυρσης από την κυβέρνηση, με ασάφεια ως προς το τι σημαίνει αυτό ως προς το εάν θα συνεχίσει να την στηρίζει.

Για ένα σύντομο διάστημα φάνηκε πώς τη λύση θα την έδινε η ΠΓΔΜ, καθώς φάνηκε ότι η συμφωνία δεν περπατούσε τόσο εύκολα στο εσωτερικό της. Τελικά, όμως, και αυτή η οδός διαφυγής για τον Πάνο Καμμένο έκλεισε, μια που η συμφωνία επικυρώνεται κανονικά από την ΠΓΔΜ.

Παράλληλα, είχαμε τη συνάντηση με τον Τσίπρα και τη λογική «μ’ άλλα λόγια να αγαπιόμαστε – θα τα συζητήσουμε ξανά από τη νέα χρονιά».

Σε εκείνη τη φάση φάνηκε ότι το θέμα θα λυνόταν με την ακόλουθη μεθοδολογία. Η συμφωνία θα ερχόταν προς το Φεβρουάριο στη Βουλή των Ελλήνων, εφόσον στην ΠΓΔΜ ολοκληρώνεται η διαδικασία στις 15 Ιανουαρίου, οπότε και θα δινόταν στους Ανεξάρτητους Έλληνες να καταψηφίσουν, να αποσυρθούν από την κυβέρνηση, χωρίς απαραίτητα να τη ρίξουν και αναλόγως μετά να είναι στο χέρι της κυβέρνησης το πότε θα γίνουν οι εκλογές.

Η αναζήτηση «ηρωικής εξόδου»

Όμως, αυτό το σενάριο στήριξης της κυβέρνησης που θα έχει υποτίθεται «ξεπουλήσει» τη Μακεδονία, σήμαινε συνεχές κόστος για τον Καμμένο και του ΑΝΕΛ.

Αυτό τον ωθούσε διαρκώς, ιδίως τώρα που πλησιάζει ο καιρός της επικύρωσης της Συμφωνίας και από το ελληνικό κοινοβούλιο, σε δηλώσεις που ανεβάζουν τους τόνους και παραπέμπουν σε «ηρωική έξοδο».

Αυτό φάνηκε και με τη δήλωση που έκανε για απόσυρση από την κυβέρνηση με το που επικυρωνόταν η Συμφωνία στη Βουλή της ΠΓΔΜ, πράγμα που έθεσε και ζήτημα για το τι θα γινόταν με την ελληνική κυβέρνηση πριν από την κύρωση της Συμφωνίας και από την ελληνική πλευρά.

Ωστόσο ακόμη και τη δήλωση αυτή αναγκάστηκε να την αποσύρει και δώσει «διευκρίνιση». Έτσι, υποχρεώθηκε σε μια ακόμη παλινωδία, αυτή τη φορά προφανώς ύστερα από απαίτηση του ΣΥΡΙΖΑ που είναι προφανές ότι δεν θέλει σε κανένα βαθμό να παραχωρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στον «συνεταίρο».

Πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι μια τέτοια κυβέρνηση;

Το ζήτημα που αναδεικνύεται είναι σε ποιο βαθμό μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη απέναντι και στην κοινωνία και στη διεθνή κοινότητα μια κυβέρνηση που εξαρτά τη συνοχή και τη διατήρησή της στην εξουσία από έναν τέτοιο σύμμαχο και η οποία είναι ως να κάνει συνεχή διαπραγμάτευση, ενίοτε δημόσια και σε «πραγματικό χρόνο».

Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο ποιες είναι οι επιλογές μιας κυβέρνησης. Το θέμα είναι πάντα και το ίχνος που αφήνει ο τρόπος που ασκεί εξουσία, το ήθος και το ύφος. Η εικόνα ενός φτηνού παζαριού χωρίς αρχές και ενός γενικευμένου καιροσκοπισμού αποτελούν σήμερα μια χείριστη κληρονομιά αυτής της εξαρχής αταίριαστης κυβερνητικής συγκατοίκησης.