Τον Φεβρουάριο του 2015 ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωνε ως επικεφαλής της ΕΚΤ αυτό που κατά πολλούς οικονομολόγους έπρεπε να είχε γίνει ήδη από την επαύριο της μεγάλης κρίσης του 2007-2008: ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για την παροχή μεγάλης ρευστότητας στην αγορά και στόχο να τονωθεί η οικονομία συμπεριλαμβανομένης ακόμη και μιας μικρής αύξησης του πληθωρισμού (μέχρι φυσικά του ορίου του 2%).

Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν ανάλογα μέτρα (αν και όχι σε περιβάλλον νομισματικής ένωσης) που είχαν βοηθήσει και την αμερικανική οικονομία να αντιμετωπίσει την κρίση.

Ο μηχανισμός που θα εφαρμοζόταν θα ήταν η μαζική αγορά ομολόγων, κρατικών και όχι μόνο, με τέτοιο τρόπο ώστε οι τράπεζες να έχουν ένα κέρδος και αυτό να τις οδηγεί στο να χορηγούν περισσότερα δάνεια, να αυξάνεται η κατανάλωση, να γίνονται επενδύσεις και να ανεβαίνουν και λίγο οι τιμές ώστε να ξεφύγουμε από έναν φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού.

Για να εφαρμοστεί αυτό το πρόγραμμα, που συνέβαλε σημαντικά στην ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο Μάριο Ντράγκι χρειάστηκε να δώσει μια πολιτική μάχη, κύρια ενάντια στη Γερμανία που για μεγάλο διάστημα θεωρούσε ως έγκλημα καθοσιώσεως οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να φέρει έστω και μια μικρή αύξηση του πληθωρισμού.

Ήταν, άλλωστε, αυτή η γερμανική εμμονή που εξηγεί γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2015 για μέτρα που συζητιούνταν από τις αρχές της δεκαετίας.

Το πρόγραμμα αυτό, που ήταν μεγάλο ακόμη και για τα δεδομένα της ΕΚΤ, ξεκίνησε από αγορές 60 δισεκατομμυρίων το μήνα, έφτασε ακόμη και τα 80 δισεκατομμύρια το μήνα και κατέληξε στα 30 δισεκατομμύρια. Είναι προφανές ότι χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε ούτε καν αυτή η κάπως αναιμική οικονομική ανάπτυξη που καταγράφηκε στην Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια.

Η Ελλάδα, η χώρα που έμεινε έξω από το QE

Όμως, υπάρχει και μια ευρωπαϊκή χώρα που έμεινε έξω από το Asset Purchase Programme, όπως ήταν η επίσημη ονομασία του ευρωπαϊκού QE: η Ελλάδα.

Ας μην σπεύσετε να πείτε ότι αυτό είχε σχέση απλώς με το ζήτημα ότι η χώρα ήταν σε μνημόνια, ή ότι έβαλε βέτο η Γερμανία.

Προφανώς και υπήρχε μια «περίσκεψη» ως προς την Ελλάδα, όμως το βασικό ήταν ο βαθμός προώθησης του «μεταρρυθμιστικού προγράμματος».

Το γεγονός ότι η χώρα το 2015 αντί να δρομολογήσει την έξοδο από την επιτήρηση και ένα έγκαιρο τέλος του προγράμματος, αλλά κατέληξε να δεσμεύεται για ακόμη τρία χρόνια σε ένα μνημόνιο, σήμαινε ότι το «παράθυρο ευκαιρίας» που υπήρξε για να συμμετέχει και η χώρα μας στο πρόγραμμα ολοένα και αναβαλλόταν.

Στην πραγματικότητα ακόμη και οποιαδήποτε σκέψη για ελληνική συμμετοχή ακόμη και εντός της εφαρμογής του ελληνικού προγράμματος, πήγαινε πίσω ακριβώς εξαιτίας των διαρκών παλινωδιών ως προς την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στις οποίες υποτίθεται ότι είχε συμφωνήσει η ελληνική κυβέρνηση.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί είχαμε διαρκείς εξαγγελίες για συμμετοχή της Ελλάδας, έστω και σε μικρό βαθμό στο πρόγραμμα, το 2015, το 2016, ακόμη και το 2017. Όμως, κάθε φορά η εκτίμηση ήταν ότι δεν έχουν προχωρήσει οι μεταρρυθμίσεις.

Ήταν αυτοί οι διαρκείς «αστερίσκοι» στις αξιολογήσεις που οδηγούσαν στην αναβολή. Και βέβαια το 2018 ήταν πια αργά, καθώς η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος του προγράμματος είχε ήδη αρχίσει.

Ήταν και αυτό μια πλευρά του κόστους από αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το «παράδοξο του ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή μια κυβέρνηση που εφαρμόζει τα πιο επιθετικά μνημονιακά μέτρα, αφού πρώτα τα καταγγείλει και αφού παρατείνει την όποια διαπραγμάτευση όσο γίνεται περισσότερο για να μπορεί να προσφέρει στο εκλογικό της ακροατήριο την επίφαση ότι «συγκρούστηκε».

Και λέμε το παράδοξο γιατί ακριβώς αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια κυβέρνηση που εφάρμοσε τόσα μνημονιακά μέτρα, σε ορισμένες περιπτώσεις πιο επιθετικά των προηγούμενων, δεν σταμάτησε να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τους ευρωπαίους.

Τι χάσαμε μένοντας έξω από το QE

Συνολικά, το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» προσέγγισε τα 2,6 τρισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό ισοδυναμεί με το 1/5 του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Μία από τις συνέπειές του ήταν οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων στην περιοχή του ευρώ μειώθηκαν έως 150 μονάδες βάσης. Ο θετικός αντίκτυπος ήταν μάλιστα μεγαλύτερος στις χώρες της περιφέρειας και κυρίως στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Πολλές ήταν οι χώρες που επωφελήθηκαν από το πρόγραμμα και κυρίως η Ιταλία, από την οποία η ΕΚΤ αγόρασε ιταλικά ομόλογα συνολικής αξίας 363 δισ. ευρώ, δίνοντας έτσι μεγάλη ανάσα στην αγορά της. (Πορτογαλία: ομόλογα ύψους 36 δισ. ευρώ, Βέλγιο: ομόλογα 72,9 δισ. κ.α.).

Αυτό ακριβώς δείχνει και μια κομβική πλευρά του προβλήματος. Η Ελλάδα δεν στερήθηκε μόνο των άμεσων ωφελημάτων ως προς την όποια αύξηση της ρευστότητας θα έφερνε το πρόγραμμα. Σε τελική ανάλυση, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι με την κατάσταση των τραπεζών εξαιτίας των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν θα ήταν τόσο άμεσος ο αντίκτυπος στην πραγματική οικονομία.

Κυρίως η Ελλάδα μένοντας έξω από το QE έχανε μια καίρια δυνατότητα να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και άρα να μπορεί όντως να «επιστρέψει στις αγορές», για να χρησιμοποιήσουμε την προσφιλή έκφραση της κυβέρνησης. Μόνο που σήμερα η μη πρόσβαση στις αγορές μπορεί να σημαίνει ακόμη και ανάγκη για νέο μνημόνιο.

Η μη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα όλα αυτά τα χρόνια ήταν η διαρκής υπενθύμιση και υπογράμμιση συνάμα ότι η χώρα παρέμεινε ακόμη το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης και η χώρα στην οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Και αυτό το έβλεπαν οι αγορές και για αυτό ακόμη και τώρα το ελληνικό δημόσιο (αλλά και αρκετοί ιδιώτες) εξακολουθούν να μην μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.

Οι δυσκολίες που είναι μπροστά μας

Το τέλος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης σηματοδοτεί ταυτόχρονα και μια νέα περίοδο αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία, την ίδια στιγμή που η παγκόσμια οικονομία είναι πιθανό τα επόμενα χρόνια να βρεθεί ξανά σε ύφεση.

Σε αυτή τη συγκυρία η Ελλάδα δεν έχει ούτε την προηγούμενη αναπτυξιακή ώθηση που έδωσε αλλού το QE, ούτε την «ψήφο εμπιστοσύνης» που αυτό συνεπαγόταν για τα ελληνικά ομόλογα και άρα την πρόσβαση της αγοράς.

Αντίθετα, η ελληνική οικονομία κινείται στο αχαρτογράφητο ακόμη μεταμνημονιακό τοπίο, φέροντας ακόμη το κόστος των προηγούμενων επιλογών, την ανασφάλεια για την πρόσβαση σε αγορές που θα γίνουν ακόμη πιο εχθρικές και το χνάρι μιας δυσπιστίας από τη μεριά των επενδυτών που ακόμη δεν έχει αναιρεθεί.

Ήταν και αυτό το τίμημα μιας «αποφασιστικής» στάσης, που τελικά ούτε τη ρήξη έφερε, ούτε την αποτελεσματική διαπραγμάτευση.