Μπορεί κανείς να κατηγορήσει για πολλά αυτή την κυβέρνηση, ξεκινώντας από τον τρόπο που κατάφερε να κυβερνά παραβιάζοντας σχεδόν κάθε προεκλογική δέσμευσή της. Όμως, κατέχει πάρα πολύ καλά το παιχνίδι της πολιτικής επικοινωνίας.

Αυτό κυρίως αποτυπώνεται στην ικανότητά της να αλλάζει την ατζέντα και με αυτό τον τρόπο να δίνει την εντύπωση ότι κυριαρχεί και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην πολιτική σκακιέρα.

Αυτό φάνηκε ήδη από τις περασμένες μέρες από τον τρόπο που την ώρα που είχε φτάσει σε ένα από τα χειρότερα σημεία ως προς την εσωτερική της συνοχή, με δύο κορυφαία στελέχη, τον Πάνο Καμμένο και τον Νίκο Κοτζιά, να ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες, η κυβέρνηση μπόρεσε να σκεπάσει το σχετικό θόρυβο μέσα από τον τρόπο που χειρίστηκε την δικαστική δίωξη και προφυλάκιση του Γιάννου Παπαντωνίου και της συζύγου του.

Ουσιαστικά, προβάλλοντας μια υπόθεση που αφορά το παρελθόν και η οποία διευκολύνει το αφήγημα περί του «διαπλεκόμενου παλαιού πολιτικού συστήματος», η κυβέρνηση προσπάθησε να απαλλαγεί από την πολιτική πίεση την οποία δέχτηκε με βάση τις εσωτερικές της αντιπαραθέσεις.

Αντίστοιχα, όταν πάλι εξαντλήθηκε η δυναμική αυτής της επικοινωνιακής κίνησης και άρχισαν να έρχονται τα αντιφατικά και ανησυχητικά μηνύματα των «θεσμών» ως προς το τι θα γίνει με τις συντάξεις, που είναι το κατεξοχήν μέτρο στο οποίο έχει επενδύσει η κυβέρνηση για το «κοινωνικό της πρόσωπο», η κυβέρνηση επιχείρησε μερική αλλαγή της ατζέντας με το ζήτημα της διεκδίκησης των αναδρομικών.

Παρά τα αλλεπάλληλα επί της ουσίας «ήξεις αφίξεις» της κυβέρνησης ως προς το εάν θα δώσει τελικά τα αναδρομικά, μόνο και μόνο το γεγονός ότι  βγήκε η ανακοίνωση ότι ανοίγει η δυνατότητα ηλεκτρονικής αίτησης για τη διεκδίκηση αναδρομικά των περικοπών, κατάφερε η κυβέρνηση ακόμη και σε ένα δύσκολο στην πραγματικότητα γι’ αυτήν τοπίο να μπορέσει να κερδίσει έναν κρίσιμο επικοινωνιακό χώρο και χρόνο.

Αναθεώρηση

Πιο πρόσφατος, αν και σίγουρα, όχι ο τελευταίος, χειρισμός της κυβέρνησης αυτός που αφορά το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης. Παρότι οι διάφορες «πρωτοβουλίες διαλόγου» της κυβέρνησης πάνω στο θέμα δεν στέφθηκαν από μεγάλη επιτυχία και συμμετοχή, η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει την ίδια την κοινοβουλευτική διαδικασία για την εκκίνηση της αναθεωρητικής διαδικασίας ως πολιτικό εργαλείο.

Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός προχώρησε στην αποστολή επιστολής προς τους αρχηγούς των υπολοίπων κομμάτων ζητώντας ένα κλίμα συναίνεση στην εκκίνηση της διαδικασίας, παρότι μέχρι τώρα ειδικά η ΝΔ έχει κάνει σαφές ότι η θεωρεί ότι η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει μόνο μετά την προκήρυξη νέων εκλογών.

Όμως, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι στις σημερινές συνθήκες αρκεί να κατοχυρώνεται επικοινωνιακά ότι πήρε μια πολιτική πρωτοβουλία.  Γνωρίζει ότι τα ΜΜΕ εκ των πραγμάτων θα της δώσουν χώρο, ότι θα ακουστούν οι απόψεις της, ότι εκ των πραγμάτων θα γίνει συζήτηση για τις προτάσεις που κάνει.

Άλλωστε, τα ΜΜΕ και ειδικά η ψηφιακή «δημόσια σφαίρα» από τη φύση τους αναζητούν διαρκώς νέα θέματα συζήτησης και εκ των πραγμάτων προβάλλουν και αναπαράγουν τέτοιες πρωτοβουλίες όπως και τη ρητορική που τις συνοδεύει.

Έτσι λοιπόν, ανεξάρτητα και από το εάν θα υπάρξει ουσιαστική συζήτηση για το ποιες θεσμικές τομές χρειάζονται, το σίγουρο είναι ότι θα υπάρξει συζήτηση πάνω στην κυβερνητική πρόταση και εκείνος ο επικοινωνιακός θόρυβος που είναι αρκετός για να σκεπάσει άλλα ζητήματα που μπορεί η κυβέρνηση να μη θέλει να έρχονται στο προσκήνιο.

Ωριμο φρούτο

Όλα αυτά βέβαια διευκολύνονται και από τη στάση της αντιπολίτευσης που στην πραγματικότητα δείχνει να έχει επικεντρώσει στη στρατηγική του «ώριμου φρούτου» ως προς την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και στις επιλεκτικές επικοινωνιακές παρεμβάσεις, που συχνά είναι «αντανακλαστικές» σε ζητήματα της επικαιρότητας (π.χ. το ζήτημα της «τάξης και ασφάλειας»), χωρίς να παίρνει μεγάλες πρωτοβουλίες που να ορίζουν αυτές την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου. Με αυτό τον τρόπο, όμως, οι επικοινωνιακοί χειρισμοί της κυβέρνησης διευκολύνονται.

Ωστόσο, όπως δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίζει τη βαρύτητα των κυβερνητικών χειρισμών, έτσι δεν πρέπει και να τους υπερτιμά.

Η πραγματική αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών επικοινωνιακών χειρισμών δεν είναι απεριόριστη. Αντίθετα, την περιορίζουν δύο κρίσιμες παράμετροι.

Η πρώτη αφορά το βαθμό στον οποίο μια κοινωνία που απομακρύνεται από την πολιτική συμμετοχή, παρακολουθεί τόσο στενά την πολιτική επικαιρότητα.

Η δεύτερη είναι το κατά πόσο η τελική επιλογή ψήφου κρίνεται με κριτήρια που αφορούν την επικοινωνία και συνολικά την πολιτική δημοσιότητα ή μήπως σε τελική ανάλυση έχει να κάνει με υπολογισμούς που αφορούν την καθημερινότητα και τα προβλήματα που οι άνθρωποι συναντούν εκεί, προβλήματα που δύσκολα καλύπτονται από την όποια επικοινωνιακή εκστρατεία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο