Η πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον γάλλο επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί προβλήθηκε ιδιαίτερα από την κυβερνητική πλευρά ως απόδειξη των ελληνικών επιτυχιών στην πορεία στην έξοδο από τα Μνημόνια.

Φράσεις όπως «τώρα η Ελλάδα είναι μια κανονική χώρα μέσα στην Ευρωζώνη», «γυρίζουμε σελίδα», «δεν θα επιστρέψει η Τρόικα», προβλήθηκαν ιδιαίτερα για να φανεί ότι η χώρα βγαίνει όντως από τη μνημονιακή επιτροπεία, παρότι βέβαια ο Επίτροπος Οικονομικών έκανε παράλληλα ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα θα παραμείνει μια χώρα «υπό παρακολούθηση».

Ιδιαιτέρως αξιοποιήθηκε επικοινωνιακά η απάντηση που έδωσε σε ερώτηση για το ζήτημα των συντάξεων, καθώς θεωρήθηκε ότι άφηνε ένα παράθυρο ανοιχτό να μην πραγματοποιηθούν τελικά οι μειώσεις συντάξεων, κάτι που επιθυμεί διακαώς η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, έστω και η πραγματική δήλωση ήταν κάπως πιο «διπλωματική»: «Οι δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο του προγράμματος πρέπει να τηρηθούν.

Στη συνέχεια θα το εξετάσουμε αυτό σε ένα συνολικό πλαίσιο στις 15 του Οκτώβρη, όταν για πρώτη φορά η Ελλάδα, όπως όλες οι χώρες της ευρωζώνης θα καταθέσουν ένα προσχέδιο προϋπολογισμού στην Κομισιόν και μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα εξετάσουμε την χρηματοδοτική ισορροπία», είπε ο κ. Μοσκοβισί.

Πάντως, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν παρέλειψε δια στόματος Κυριάκου Μητσοτάκη να του ζητήσει «να είναι πιο προσεκτικός κατά τις δημόσιες τοποθετήσεις του, σεβόμενος τις θυσίες που έχουν υποστεί οι Έλληνες, πόσο μάλλον τις εντελώς αχρείαστες που επιβλήθηκαν στους πολίτες τα τελευταία τρία χρόνια».

 

Οταν κάποτε ήταν εχθροί

Βέβαια, δεν μιλούσε πάντα τόσο θετικά για την Ελλάδα ο Μοσκοβισί. Είναι γνωστή για παράδειγμα η αντιπάθειά του για τον Γιάνη Βαρουφάκη, για τον οποίο έγραψε στο βιβλίο του «Αν είναι μεσάνυχτα στην Ευρώπη»: «Με τον ακαδημαϊκό και ταυτόχρονα ετερόδοξο λόγο του, με την εξεζητημένη εμφάνισή του, με τη φρενήρη ενασχόλησή του με τα μέσα ενημέρωσης και τον αχαλίνωτο ναρκισσισμό του, ο Γιάνης Βαρουφάκης τράβηξε πάνω του τους προβολείς και κανιβάλισε για κάποιους μήνες τις συζητήσεις. Εφερε έτσι επί σκηνής την πολιτική του αντιπαράθεση με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και την –σχεδόν σωματική, όπως μπορώ να επιβεβαιώσω– αντιπάθειά του προς τον πρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ».

Όμως, ούτε και η πλευρά ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε πάντα με τόσο ενθουσιασμό για τον Γάλλο επίτροπο. Μόλις το Φεβρουάριο του 2017, κατά διάρκεια επίσκεψης του Μοσκοβισί στην Αθήνα, ο Αλέξης Τσίπρας, με αρκετά επιθετικό τόνο του είχε πει: «Το μήνυμα είναι φτάνει πια με τη λιτότητα στην Ελλάδα, τόνισε ο πρωθυπουργός. Μπορεί να είναι καταστροφική η συζήτηση για δημοσιονομικά μέτρα ακόμη και ενός ευρώ. Μπορούμε να συζητήσουμε για ένα μείγμα πολιτικό, για μεταρρυθμίσεις, αλλά χωρίς μέτρα λιτότητας».

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2017, σε άλλη μια σύντομη επίσκεψή του στην Αθήνα ο Μοσκοβισί είχε έρθει πάλι με επιθετικές διαθέσεις: «είναι λάθος αν χαλαρώσετε μετά την έκδοση του ομολόγου…

Πρέπει να εφαρμόσετε τους νόμους που ψηφίσατε, να σέβεστε τις υποχρεώσεις σας για να σεβαστούν και οι πιστωτές τις δεσμεύσεις τους για το χρέος», δήλωσε, για να συμπληρώσει «η Αθήνα πρέπει να σεβαστεί τους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν τεθεί και  να εφαρμόσει τη μεταρρύθμιση που μόλις συμφωνήσαμε». Από τη μεριά της, η ελληνική κυβέρνηση τότε είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι οι δηλώσεις αυτές απέπνεαν απλώς την ανησυχία της Γαλλίας μήπως και μείνει έξω από την κούρσα των αποκρατικοποιήσεων στην Ελλάδα.

Τσίπρας – Μέρκελ: από το μίσος στην εκτίμηση

Για χρόνια η Άνγκελα Μέρκελ ήταν η ηγετική προσωπικότητα «όλοι αγαπούν να μισούν» στην Ελλάδα της αντιμνημονιακής διαμαρτυρίας. Η αποστροφή του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας του στη Μυτιλήνη « Go back κυρία Merkel», με την ευθεία αναφορά στο σύνθημα Go back του τοπικού ΕΑΜ απέναντι τις βρετανικές δυνάμεις που δοκίμασαν να αποβιβαστούν στην Λέσβο το Δεκέμβριο του 1944, ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στοχοποίησης.

Όμως, ακόμη και μετά τη μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 και την αποδοχή του αναπόδραστου των μνημονίων, δεν ήταν λίγες οι φορές που και πάλι ο πρωθυπουργός επιτέθηκε με σκληρό τρόπο στη γερμανίδα καγκελάριο.

Το Φεβρουάριο του 2017, μιλώντας στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ θα υπογραμμίσει ότι «δεν πρόκειται να δεχτούμε άλλα παιχνίδια στην πλάτη του ελληνικού λαού» και ότι «εμείς τηρούμε τα συμφωνηθέντα. Δεν μπορούμε να δεχτούμε οτιδήποτε είναι έξω από πλαίσιο της συμφωνίας και της λογικής», για να συμπληρώσει: «Θέλω να παρακαλέσω τη Μέρκελ να αποθαρρύνει τον υπουργό Οικονομικών της Β.  Σόιμπλε από τις επιθέσεις στην Ελλάδα. Δεν δεχόμαστε από κανέναν παρατηρήσεις ότι είμαστε απρόθυμοι να συνεργαστούμε».

Ωστόσο, φαίνεται πώς σταδιακά πρυτάνευσαν άλλες σκέψεις. Έτσι, παρότι στην αρχή της γερμανικής προεκλογικής περιόδου ο ΣΥΡΙΖΑ έδειχνε να επενδύει στο ενδεχόμενο οι Σοσιαλδημοκράτες να ανατρέψουν το συσχετισμό, μετά τις εκλογές ο Τσίπρας έφτασε μέχρι του σημείου να προτρέψει τον Σουλτς να προχωρήσει σε κυβέρνηση συνασπισμού με τη Μέρκελ. «Τώρα είναι η ευκαιρία «να κατατεθεί στην Ευρώπη μια προοδευτική ατζέντα», φέρεται να έγραψε στο γραπτό του μήνυμα προς τον Μ. Σουλτς ο Τσίπρας, επισημαίνοντας: «Μην ξεχνάς ότι μια πραγματικά αριστερή και προοδευτική θέση δεν έγκειται στο να διατηρείς όσο γίνεται πιο καθαρή τη δική σου ταυτότητα, αλλά στο να αγωνίζεσαι για πραγματικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, προς το συμφέρον των πολλών. Είμαι σίγουρος ότι θα λάβεις τη σωστή απόφαση», έγραψε χαρακτηριστικά ο έλληνας πρωθυπουργός.

Αποκορύφωμα αυτής της μεταστροφής ο τρόπος που πλέον ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει να είναι σχεδόν υμνητικός προς τη γερμανίδα καγκελάριο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Die Welt. Είπε χαρακτηριστικά για τους χειρισμούς της στη μεταναστευτική κρίση: «Για μένα, αυτή πολιτική είναι μια από τις πιο θετικές πλευρές της κυρίας Μέρκελ.

Σ’ αυτήν την προσφυγική κρίση προσπάθησε να δράσει ευρωπαϊκά. Αυτό δεν ήταν εύκολο», για να συμπληρώσει: «Πριν από τρία χρόνια κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι σημαντικές αποφάσεις για χάρη των λαών μας συχνά έχουν ένα πολύ υψηλό πολιτικό τίμημα. Η Άνγκελα Μέρκελ ήταν πρόθυμη να ρισκάρει σ’ αυτήν την κρίση το πολιτικό της κεφάλαιο».

Αν κρίνουμε από την τρέχουσα προσπάθεια της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να κατηγορήσει την αντιπολίτευση ακόμη και για… ευρωσκεπτικιμό, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι η ιδιαίτερα θετική εκτίμηση για τους ευρωπαίους ηγέτες που κάποτε αποτελούσαν το «κόκκινο πανί» θα κλιμακωθεί.

Η μεταμνημονιακή «κανονικότητα», άλλωστε, δεν επιτρέπει απαιτεί τριβές και απαιτεί τουλάχιστον την ευμένεια των ηγετικών χωρών της ΕΕ εντός της διαρκούς «επιτήρησης» και «παρακολούθησης» της ελληνικής οικονομίας.