«Δικός της» vs «RoboCop»: δύο συντάκτες διαφωνούν…
Δύο συντάκτες μιλούν για δύο διαφορετικές ταινίες. Για ποιο λόγο να δείτε την ταινία «Δικός της» που προβάλλεται από αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες και είναι υποψήφια για 5 Όσκαρ και γιατί να μην χάσετε το ριμέικ της ταινίας του Πολ Βερχόφεν, «RoboCop» που είχε κάνει θραύση το 1987! Τα σχόλιά σας, απαραίτητα! RoboCop: Ο […]
Δύο συντάκτες μιλούν για δύο διαφορετικές ταινίες. Για ποιο λόγο να δείτε την ταινία «Δικός της» που προβάλλεται από αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες και είναι υποψήφια για 5 Όσκαρ και γιατί να μην χάσετε το ριμέικ της ταινίας του Πολ Βερχόφεν, «RoboCop» που είχε κάνει θραύση το 1987! Τα σχόλιά σας, απαραίτητα!
RoboCop: Ο Δημήτρης Πεφάνης επιμένει…
«Part man, part machine, all cop: RoboCop»
Έχουν περάσει αισίως 27 χρόνια από την πρώτη φορά που άκουσα τη φράση αυτή, τότε ακόμα που τα «προσεχώς» των ταινιών τα βλέπαμε στο σινεμά και όχι στο Youtube. Επιστημονική φαντασία, ρομπότ, cyborgs, φουτουριστικά σκηνικά. Τι άλλο να ζητήσει τότε ένα αγόρι του δημοτικού, που έβλεπε να απλώνεται μπροστά του ένας «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος».
Στην κορύφωση των glorious ‘80s, όταν είχα αρχίσει (οριακά) να καταλαβαίνω τι γινόταν γύρω μου, ο RoboCop ήταν ένα από τα σημάδια της μεγάλης αλλαγής που έρχεται στον κόσμο, αλλά και τη ζωή μου. Η κυριαρχία των μηχανών (που είχε ξεκινήσει τρία χρόνια νωρίτερα με το πρώτο Terminator), η αυγή της ψηφιακής εποχής για την Ελλάδα, λέξεις όπως cyborg και Internet έκαναν την παιδική φαντασία να οργιάσει. Λίγους μήνες αργότερα πήρα τον πρώτο μου υπολογιστή και βέβαια ένα από τα παιχνίδια που το συνόδευαν ήταν ο ρομποτικός-αστυνομικός. Ήταν το γεγονός που άλλαξε τη ζωή μου…
Μετά από τη μακρόσυρτη αυτή εισαγωγή, είναι προφανές γιατί θα δω τη νέα εκδοχή του RoboCop. Όχι γιατί μου αρέσουν τα remakes ταινιών προηγούμενων δεκαετιών. Το Total Recall (Ολική Επαναφορά) για παράδειγμα που φάνηκε άνευρο στη νεώτερη εκδοχή του και το ντουέτο Σβαρτσενέγκερ – Στόουν ήταν κλάσεις ανώτερο σε σχέση με τους διαδόχους τους. Θα είναι όμως ένας φόρος τιμής στην ταινία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια. Μια ταινία με «παιδικά» για τα σημερινά δεδομένα ειδικά εφέ και πλοκή που είναι πιο γραμμική και από εφηβική λογοτεχνία. Και όμως, ήταν στο κλίμα της εποχής, έδειχνε αυτό που έρχεται και αποδείχθηκε –σε πολλά σημεία της- εξόχως προφητική.
Είμαι πολύ περίεργος να δω πώς αποτυπώνεται η μορφή του Άλεξ Μέρφι , του αστυνομικού-πρωταγωνιστή της σειράς, που στον αρχικό RoboCop ήταν τόσο «νεκρός» στη στολή του όσο απαιτούσαν οι ανάγκες του ρόλου. Και βέβαια, ο Χοσέ Παντίγια θα φανεί αντάξιος απέναντι στη γεμάτη βία και αίμα σκηνοθεσία του Πολ Βερχόφεν. Είμαι σίγουρος ότι τα ειδικά εφέ θα είναι κλάσεις ανώτερα και το οπτικό αποτέλεσμα πολύ πιο ρεαλιστικό. Όπως είμαι εξίσου σίγουρος ότι δεν θα νιώσω το νεανικό σκίρτισμα, όταν πρωτοείδα το Robocop να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου του και να κατεβαίνει στο δρόμο. Όμως θα δω την ταινία, για να θυμηθώ, να κρίνω και να απολαύσω ένα δίωρο δράσης, που 27 χρόνια αργότερα μοιάζει περισσότερο ρεαλιστικό και λιγότερο προϊόν επιστημονικής φαντασίας.
Τι βλέπετε στην παραπάνω φωτογραφία που παραπέμπει στο trailer της ταινίας; Έναν άνδρα, γύρω στα σαράντα, να περπατά μόνος στην παραλία που είναι γεμάτη με λουόμενους, ντυμένος με συντηρητικό πουκαμισάκι, να χαμογελά χωρίς προφανή λόγο και να έχει μια hi tech συσκευή στο τσεπάκι του πουκαμίσου του. Η ταινία του Σπάικ Τζόνζι «Δικός της» που κέρδισε Χρυσή Σφαίρα σεναρίου και είναι υποψήφια για πέντε όσκαρ, επικεντρώνεται ακριβώς στο θέμα της μοναξιάς και της απομόνωσης στις μεγάλες πόλεις.
Ένας άντρας που προσπαθεί να ξεπεράσει το διαζύγιό του από μία σύντροφο με την οποία μεγάλωσαν μαζί και την οποία υπεραγαπούσε, ψάχνει να βρει διέξοδο από τη μελαγχολία του. Χρήστης της τεχνολογίας στο έπακρο, καταφεύγει στην αγορά ενός λειτουργικού συστήματος που μέσω μιας γυναικείας φωνής, του κρατά παρέα τις ώρες που είναι μόνος αλλά η φωνή αυτή είναι τόσο κοινωνική, ζωντανή και έξυπνη που σιγά-σιγά αποκτά τη δυνατότητα να αισθάνεται και να απαιτεί. Ό,τι δηλαδή θα έκανε και μια γυναίκα με σώμα και πνεύμα.
Γιατί αξίζει να δει κανείς αυτήν την ταινία;
Γιατί είναι υποψήφια για πέντε Όσκαρ!
Γιατί μας μυεί στην ευαισθησία και μάλιστα εστιάζοντας στη ζωή και στην καθημερινότητα ενός άντρα, αυτή τη φορά σπάζοντας το κλισέ που ταυτίζει ο,τιδήποτε έχει να κάνει με καταρακωμένη ευαισθησία ή διαζύγιο με τη γυναικεία ευαισθησία και κλάψα.
Γιατί ο Χόακιν Φίνιξ είναι τρομερά αισθαντικός, στον ρόλο του μοναχικού πρωταγωνιστή, που ξέρει ακριβώς τι να πει σε αγνώστες – αφού εργάζεται ως επιστολογράφος – αλλά περιπλανιέται στην πόλη μιλώντας μόνος του, ή με το λειτουργικό του σύστημα, τη ζεστή βραχνή φωνή που ανήκει στη Σκάρλετ Γιόχανσον, η οποία δεν εμφανίζεται ποτέ στην ταινία. Αυτός θα ήταν ένας ισχυρός λόγος για κάποιους να μην την δουν βέβαια…να πάιζει η Σκάρλετ Γιόχανσον και να μην την βλέπουμε;
Γιατί περιγράφεται μια κατάσταση, η οποία παρόλο που φαντάζει μακρινή από τα δεδομένα μας, δεν είναι. Αναλογιστείτε πόσοι από εμάς χρησιμοποιούμε ήδη υποκατάστατα απομακρυσμένης επικοινωνίας…π.χ. μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θεωρούμε ότι αυτή η επικοινωνία είναι αρκετή και ότι οι άνθρωποι που γνωρίζουμε στον κυβερνοχώρο είναι φίλοι μας!
Γιατί έχει εξαιρετική φωτογραφία που τροφοδοτεί την ταινία με πανοραμικά πλάνα του Λος Άντζελες. Ιδίως τα βραδινά, είναι άπαιχτα, και καταδεικνύουν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η πόλη που ζεις, τόσο περισσότερο βυθίζεσαι σε αυτήν, χάνεσαι ως μονάδα και οδηγείσαι σε υποκατάστατα.
Γιατί αντιλαμβάνεται κανείς, όπως και ο πρωταγωνιστής προς το τέλος της ταινίας, ότι η επικοινωνία μας με τρίτους ανθρώπους πολλές φορές μας φανερώνει ψεγάδια του χαρακτήρα μας και της συμπεριφοράς μας προς τα αγαπημένα μας πρόσωπα, που δεν αντιλαμβανόμαστε όσο είμαστε μαζί τους, γιατί δεν μας τα είπαν ποτέ ή γιατί εμείς δεν ακούγαμε…
Sorry Δημήτρη, δεν θα πάμε μαζί σινεμά το Σαββατοκύριακο!
Η Δευτέρα 9 Μαρτίου είναι αφιερωμένη στον Αντώνη Καλογιάννη, καθώς το έργο του θα «ζωντανέψει» στη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, μέσα από τη μουσική παράσταση «Η φωνή της ψυχής μας».