Ενώ ο ΜακΤίγκ και οι παραγωγοί θα ήθελαν να γυρίσουν το “The Raven” στους δρόμους της Βαλτιμόρης, εκεί που ο Πόε έζησε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, δυστυχώς το φυσικό σκηνικό δεν υπάρχει πια, αφού το 1914 μια πυρκαγιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης… Ο Άαρον Ράιντερ κράτησε προσεκτικές σημειώσεις απ’ όλα τα […]
Ενώ ο ΜακΤίγκ και οι παραγωγοί θα ήθελαν να γυρίσουν το “The Raven” στους δρόμους της Βαλτιμόρης, εκεί που ο Πόε έζησε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, δυστυχώς το φυσικό σκηνικό δεν υπάρχει πια, αφού το 1914 μια πυρκαγιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης…
Ο Άαρον Ράιντερ κράτησε προσεκτικές σημειώσεις απ’ όλα τα μέρη στα οποία σύχναζε ο συγγραφέας (ανάμεσα στα οποία το αγαπημένο του μπαρ και το νεκροταφείο όπου είναι θαμμένος), κι άρχισε να εξετάζει άλλες βορειοαμερικανικές πόλεις, όπως τη Νέα Ορλεάνη και το Μόντρεαλ, για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι θα χρειαζόταν να κάνουν τα γυρίσματα στην Ευρώπη.
Ανάμεσα στην Πράγα, το Ζάγκρεμπ, το Βουκουρέστι και τη Βουδαπέστη, επέλεξαν την τελευταία ως την πόλη που έμοιαζε περισσότερο με τη Βαλτιμόρη του 1849. Ένα μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στη Βουδαπέστη, ενώ συμπληρωματικές λήψεις έγιναν στη Σερβία, κυρίως εσωτερικές, καθώς και η σκηνή που εκτυλίσσεται στο θέατρο και το θεαματικό κυνηγητό μέσα στα τούνελ. «Η ανατολική Ευρώπη έχει ακόμα πλακόστρωτα σε κεντρικά σημεία των πόλεων, ενώ δύσκολα θα δεις ακαλαίσθητα καλώδια σε κάθε γωνιά του δρόμου». Και όπου η τεχνολογική ανάπτυξη εμπόδιζε, μια ομάδα ειδικών στα οπτικά εφέ από τη Σουηδία, έσβηνε – και πρόσθετε νέα στοιχεία, όπως το λιμάνι της Βαλτιμόρης.
«Αυτό που ήθελα αισθητικά στην ταινία, ήταν να την παρουσιάσω σαν να ήταν μια ιστορία του Πόε», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Έχουν αυτή τη μακάβρια ποιότητα στην αισθητική τους, και νιώθεις ότι οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σ’ έναν Κάτω Κόσμο της φαντασίας του. Είπα λοιπόν στους συνεργάτες μου ότι ήθελα την ταινία σκοτεινή, αλλά όχι αβάσταχτα σκοτεινή – κάπως σαν τα εικονογραφημένα, όπου έχεις ένα αρνητικό κομμάτι στο καρέ, αλλά ξέρεις ότι μπορείς να διαβάσεις τη λεπτομέρεια στα κενά σημεία». Σπάνια όμως βλέπει κανείς το πρόσωπο του δολοφόνου. «Πρέπει να βρίσκεται στις σκιές. Δεν πρέπει να δείχνεις το τέρας, γι’ αυτό κι έχουμε ένα κυνηγητό γάτας και ποντικιού, ώστε να μην είσαι ποτέ σίγουρος ποιος είναι ο δολοφόνος. Και οι συνεργάτες μου στη φωτογραφία και στη σκηνογραφία έκαναν εξαιρετική δουλειά πάνω σ’ αυτό».
Όσο για τη σκηνογραφία, η σκηνή του μεγάλου χορού γυρίστηκε σ’ ένα παλιό μουσείο της Βουδαπέστης (για την οποία χρειάστηκε να ξεγελάσουν τις αρχές, προκειμένου να τους δανείσουν το χώρο), ενώ μεγάλο μέρος του υπόγειου κυνηγητού εξελίσσεται στα ιστορικά τούνελ που διατρέχουν υπόγεια το παλαιό οχυρό του Νόβι Σαντ της Σερβίας.
Τέλος, ιδιαίτερη φροντίδα χρειάστηκε στην εύρεση και προετοιμασία της τοποθεσίας όπου εκτυλίσσεται η φρικιαστική σκηνή εμπνευσμένη από «Το Πηγάδι και το Εκκρεμές». «Ψάχναμε πολύ καιρό τον κατάλληλο χώρο, και τελικά καταλήξαμε σ’ αυτή την τεράστια σοφίτα ενός σχολείου στο Βελιγράδι». Οι τεχνικοί των ειδικών εφέ δημιούργησαν έναν τεράστιο μηχανισμό με γρανάζια και τροχαλίες, και μια πελώρια λεπίδα-εκκρεμές – που λειτουργούσε μάλιστα στην εντέλεια. Το θύμα της φονικής συσκευής δεν είναι άλλο από τον κριτικό λογοτεχνίας Ρούφους Γκρίσουολντ, ο οποίος στην πραγματικότητα «Ανέλαβε εκτελεστής της διαθήκης του Πόε, έγραψε τη νεκρολογία του, επιτιμούσε το έργο του και κατέστρεψε τη φήμη του συγγραφέα για τα επόμενα χρόνια», εξηγεί ο ΜακΤίγκ.
«Σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραία να τον ξεκοιλιάσουμε στην ταινία, ελπίζω πως ο Πόε θα το εκτιμήσει από κει που βρίσκεται τώρα», συμπληρώνει γελώντας. «Υποψιάζομαι όμως ότι θα με σφαγιάσουν και μένα με τη σειρά μου, λόγω της τελευταίας ατάκας». (σ.σ. Τα τελευταία λόγια που ο Ρούφους Γκρίσουολντ ουρλιάζει στον βασανιστή του πριν το φρικτό του θάνατο, είναι «Δεν είμαι παρά ένας κριτικός!»)
Μυστικά, σχέσεις και συγκρούσεις ξεδιπλώνονται μέσα από τις ζωές τριών ανθρώπων που προσπαθούν να σταθούν ο ένας απέναντι στον άλλον και τελικά απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό.
Πέντε ερωτικές ιστορίες, τοποθετημένες σε διαφορετικές εποχές της Ελλάδας, συνθέτουν το κοινό σύμπαν του έργου «Η Αστερόσκονη», όπου άνθρωποι και χρονικότητες συναντιούνται γύρω από την ίδια ανάγκη για αγάπη και σύνδεση.
Η Δευτέρα 9 Μαρτίου είναι αφιερωμένη στον Αντώνη Καλογιάννη, καθώς το έργο του θα «ζωντανέψει» στη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, μέσα από τη μουσική παράσταση «Η φωνή της ψυχής μας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας