Οι φόροι ακίνητης περιουσίας στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ
Συνεχίζεται η κόντρα κυβέρνησης-ΠΑΣΟΚ για το θέμα των φόρων στην ακίνητη περιουσία με αφορμή τις αναφορές του πρωθυπουργού στην τηλεοπτική του συνέντευξη. Ο Γ.Παπακωνσταντίνου κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι παραπλανά συνειδητά τους πολίτες, ενώ ο Γ.Κουμουτσάκος έκανε λόγο για ασύστολα ψεύδη.
Συνεχίζεται η κόντρα κυβέρνησης-ΠΑΣΟΚ για το θέμα των φόρων στην ακίνητη περιουσία με αφορμή τις αναφορές του πρωθυπουργού στην τηλεοπτική του συνέντευξη.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπακωνσταντίνου κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι παραπλανά συνειδητά τους πολίτες: «Με την αναφορά που έκανε στους φόρους ο πρωθυπουργός, στη χθεσινή τηλεοπτική του συνέντευξη, είτε παραπλάνησε συνειδητά τους Έλληνες πολίτες, είτε δεν έχει ιδέα τι φόρους τους έχει επιβάλει. Αυτή η κατάσταση πρέπει να τελειώνει.»
Απαντώντας ο εκπρόσωπος της ΝΔ Γιώργος Κουμουτσάκος έκανε λόγο για ασύστολα ψεύδη: «Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου ψεύδεται γιατί δήλωσε ότι για ακίνητο αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ ο ιδιοκτήτης θα πλήρωνε φόρο 4.000 ευρώ. Η αλήθεια είναι ότι για μία οικογένεια με δύο παιδιά για ακίνητο αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ ο φόρος ήταν 1.500 ευρώ.»
Συνεχίζοντας ο κ. Κουμουτσάκος είπε ότι με τη νομοθεσία της ΝΔ όλοι οι μεγαλοϊδιοκτήτες ακινήτων πληρώνουν ΕΤΑΚ, ενώ αντίθετα δεν πληρώνουν ούτε ένα ευρώ φόρο οι μικροϊδιοκτήτες με ακίνητα αντικειμενικής αξίας μέχρι 200 χιλιάδες ευρώ.
«Ο φόρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ένας διάτρητος φόρος που μπορούσε κανείς να τον αποφεύγει εύκολα, τον πλήρωνε μόνο όποιος ήθελε» είπε.
Σχολιάζοντας τη διαμάχη, ο ΣΥΡΙΖΑ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι «οι αρχιτέκτονες της φορολογικής ασυλίας των υψηλών εισοδημάτων τσακώνονται για την κατάργηση ή μη του ΕΤΑΚ και την επαναφορά του ΦΜΑΠ. Είναι γνωστό, όμως, σε όλους ότι η μεν ΝΔ μέσω του ΕΤΑΚ επέβαλλε έναν άδικο φόρο επί δικαίων και αδίκων επιβαρύνοντας τα λαϊκά στρώματα. Το δε ΠΑΣΟΚ διατηρούσε τον ΦΜΑΠ ως έναν διακοσμητικό φόρο με περιορισμένη εμβέλεια, αφήνοντας στο απυρόβλητο την μεγάλη ακίνητη περιουσία».
«Μονάχα μια ριζική φορολογική μεταρρύθμιση, που θα φορολογεί τα πραγματικά εισοδήματα και την μεγάλη ακίνητη περιουσία και θα βασίζεται στη λογική της αναδιανομής των πόρων, μπορεί να συμβάλλει σε μια κοινωνικά δίκαιη φορολογική πολιτική» καταλήγει.