Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026
weather-icon 21o
Μάης 68: Η ιδεολογία ξαναχτυπά

Μάης 68: Η ιδεολογία ξαναχτυπά

37 του ΗΡΑΚΛΗ ΜΠΟΓΔΑΝΟΥΓια τη μεγάλη διαφημιστική καμπάνια που λανσάρισε στη Γαλλία το 1986, η σουηδική εταιρεία ΙΚΕΑ είχε σαν κεντρικό σλόγκαν «το 68 ξανασχεδιάσαμε τον κόσμο, το 86 ξανασχεδιάζουμε την κουζίνα μας». Το θρασύτατο κατά τα άλλα μήνυμα, κρύβει μια ουσιαστική αλήθεια: οι νέοι και οι συνοδοιπόροι τους συναρμολόγησαν το 1968 ιδεολογικά σύνολα από […]

37

του ΗΡΑΚΛΗ ΜΠΟΓΔΑΝΟΥ

Για τη μεγάλη διαφημιστική καμπάνια που λανσάρισε στη Γαλλία το 1986, η σουηδική εταιρεία ΙΚΕΑ είχε σαν κεντρικό σλόγκαν «το 68 ξανασχεδιάσαμε τον κόσμο, το 86 ξανασχεδιάζουμε την κουζίνα μας». Το θρασύτατο κατά τα άλλα μήνυμα, κρύβει μια ουσιαστική αλήθεια: οι νέοι και οι συνοδοιπόροι τους συναρμολόγησαν το 1968 ιδεολογικά σύνολα από προσιτά πρωτογενή υλικά, από αυτά που συνδυάζονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και επιτρέπουν να διαμορφώσει κανείς γρήγορα και χωρίς ιδιαίτερο κόπο τον προσωπικό ιδεολογικό του χώρο. Οπως όμως και στην περίπτωση της ΙΚΕΑ, η εφευρετικότητα και η συλλογικότητα των «πελατών» έδωσαν αναπάντεχα ενίοτε αποτελέσματα, πολύ πιο φρέσκα και εντυπωσιακά από τα ρουτινιάρικα σχέδια του κατασκευαστή.

Για τους εξεγερμένους στο Παρίσι του 68 το μεγάλο πρόβλημα δεν ήταν το χρήμα και οι κοινωνικές τάξεις (όπως για τα ορθόδοξα μαρξιστικά επαναστατικά ρεύματα), αλλά η εξουσία και οι κοινωνικές νόρμες. Οι ισχυροί άνεμοι της αλλαγής του 60 σφύριζαν «Εξουσία! Εξουσία! Εξουσία!».

Η γενιά που ανδρώθηκε μετά τον πόλεμο (baby-boomers) δεν έσπευσε να δώσει ένα χεράκι στην κούρσα της προόδου, όπως περίμεναν οι πατεράδες της. Αντίθετα, ανέπτυξε ιδέες εναντίον του κατεστημένου, της κατανάλωσης και της βαρεμάρας που έφερνε η ομαλότητα. Οι πηγές έμπνευσης ήταν ετερόκλητες και μάλλον εξωτικές: ο Μάο και η Πολιτιστική Επανάσταση, ο Χο Τσι Μινχ και ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας, ο Τρότσκι και η διαρκής επανάσταση, η αμερικάνικη μουσική και ο αγώνας των μαύρων, ο Μαρκούζε και η Σχολή της Φραγκφούρτης, οι σουρεαλιστές αλλά πάντα μαζί με τον Ντεμπόρ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αλλά όχι χωρίς τον Φρόιντ, η Σεξουαλική Επανάσταση και οι αδερφοί Μαρξ (Καρλ και Γκράουτσο). Το κύριο θέμα της εποχής ήταν ότι ο κόσμος είχε εξελιχθεί σε «παγίδα για νέους» – η γραφειοκρατία έκλεβε τη δουλειά τους, ο καπιταλισμός το μυαλό τους και οι εκπρόσωποι την ψήφο τους. Πώς μπορούσε, λοιπόν, να μείνει κάποιος κύριος του εαυτού του και της μοίρας του; Η ιδεολογία επέστρεψε, για να δώσει συλλογική λύση σε αυτή την ανημποριά και την αποξένωση. Ενα παραμύθι με καλούς και κακούς, δράκους και παλικάρια, θα απελευθέρωνε και θα συγκινούσε για άλλη μία φορά τις ρομαντικές ψυχές, εκείνες που κατέλαβαν τα πανεπιστήμια και κατέβηκαν να χτυπηθούν στον δρόμο. Η εξέγερση φοιτητών και εργατών τον Μάη του 68 στο Παρίσι, υπήρξε πρώτα και κύρια επανάσταση της επιθυμίας. Βίαιη μεν, φαντασιακή δε.

Οι αριστεριστές της Αριστερής Όχθης του Σηκουάνα

Η Ε Γαλλική Δημοκρατία ξεκίνησε στα 1958, στο μέσον της κρίσης του αλγερινού αγώνα για την ανεξαρτησία, που κινδύνεψε να εξελιχθεί σε εμφύλιο πόλεμο για τους Γάλλους και όξυνε τα πολιτικά πάθη και τις ιδεολογικές διαφορές στη χώρα. Ο στρατηγός Ντε Γκωλ αναδείχθηκε κυρίαρχος από την κρίση, αλλά η εικόνα της περήφανης και ανεξάρτητης πατρίδας που ήθελε να προβάλει, δεν μπορούσε να πείσει τη νεολαία και τους διανοούμενους. Η Γαλλία από την αρχή του 60 έμοιαζε ολοένα με αμερικάνικη αποικία στα μάτια των καχύποπτων αριστερών, το κεφάλαιο από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είχε εξαγοράσει στρατηγικούς τομείς της οικονομίας (ακόμη και το 50% της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών – ιεροσυλία στα μάτια των Γάλλων) και άλλαζε τη μορφή των πόλεων και τους ρυθμούς της ζωής. Οι ταινίες του Ζακ Τατί δείχνουν καθαρά την παράνοια της εποχής, την ξέφρενη ταχύτητα, το κυνήγι του τρελού κέρδους που αντικαθιστούσε τη γαλατική αβρότητα με φορντικές τεχνικές και προωθούσε ήθη και αξίες κατευθείαν από τη Γουόλ Στριτ. Οι νέοι Γάλλοι, αν και ασπάζονταν με ενθουσιασμό την αμερικάνικη νεανική κουλτούρα (σινεμά, μουσική, λογοτεχνία), αντιδρούσαν στην αμερικανική πολιτική – ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας, όταν φούντωσε ο πόλεμος του Βιετνάμ. Το υπερσυντηρητικό παραδοσιακό κατεστημένο της Γαλλίας δεν είχε ακόμη αναρρώσει από τη ρετσινιά της συνεργασίας με τους Γερμανούς στον Πόλεμο και η ιδέα ότι ο Ντε Γκωλ αργά ή γρήγορα θα συμβιβαζόταν μαζί του για να εδραιώσει την εξουσία του ήταν κοινή πεποίθηση των πλέον ανήσυχων πολιτών. Η παραδοσιακή Αριστερά διατράνωνε μίζερα την πεποίθησή της ότι οι Αμερικανοί και το ντόπιο καθεστώς θα φρόντιζαν με τον τρόπο τους να μην πλησιάσει ποτέ στη διακυβέρνηση του τόπου. Το πολιτικό κλίμα ήταν ασφυκτικό. Η εποχή ευνοούσε την επαναστατική Αριστερά: μαοϊστές, τροτσκιστές, αναρχικοί, «τριτοκοσμικοί» (Κάστρο, Γκεβάρα, [Χο Χο] Χο Τσι Μινχ) και σιτουασονιστές (ιδιόμορφος συνδυασμός ντανταϊστή, μαρξιστή και φανατικού περιπατητή) μιλούσαν κατευθείαν στην καρδιά της νεολαίας.

Κοινό στοιχείο των αριστεριστών ήταν η αντίθεση στον καπιταλισμό, το κράτος, την ιδιοκτησία, τη μισθωτή πειθαρχία και την ακαδημαϊκή ιεραρχία. Οι σπουδαστές θεωρούσαν εαυτούς απλά εμπροσθοφυλακή του κινήματος, αφού πίστευαν ότι την επανάσταση μπορούσαν να φέρουν μόνο οι εργάτες – πεποίθηση ακλόνητη, που τους τοποθετούσε σαφώς μέσα στην κλασική μαρξιστική παράδοση. Κοινή ήταν και η απέχθεια προς τον ιμπεριαλισμό και τον ρατσισμό, ενώ όλες οι παρατάξεις υποστήριζαν μαχητικά τις υποθέσεις Αράβων, εβραίων και Αφρικανών που είχαν προβλήματα με ακροδεξιά και υπερσυντηρητικά στοιχεία της γαλλικής κοινωνίας. Οι μέθοδοι πάλης διέφεραν, ανάλογα με την ιδεολογική κατεύθυνση και τη φράξια. Οι τροτσκιστές σέβονταν περισσότερο τους βετεράνους της επανάστασης και τα γραπτά τους (οι λαμπερτιστές πιο πολύ από τους φρανκιστές, ενώ οι νέοι σύντροφοι προτιμούσαν τον Γκεβάρα από τον Τρότσκι), οι αναρχικοί – όπως ο Κον-Μπεντίτ – άκουγαν κυρίως τις επιθυμίες και τα ένστικτά τους, ενώ οι σιτουασιονιστές οργάνωναν τις κινητοποιήσεις τους σαν καλλιτεχνικά δρώμενα και επαναστατικές παραστάσεις.

Ο Τρότσκι και οι φίλοι του

Πρόκειται για το καλό και στοχαστικό γουρούνι (Σνόουμπολ) στη «Φάρμα των ζώων» του Τζορτζ Οργουελ (το κακό και εξουσιαστικό γουρούνι – Ναπολέων – ήταν ο Στάλιν). Ο Λέον Τρότσκι υπήρξε ο, με διαφορά, πιο εντυπωσιακός από όλους τους υποψήφιους διαδόχους του Λένιν για την ηγεσία των μπολσεβίκων και του νεοσύστατου σοβιετικού κράτους. Αρχηγός του στρατού και θριαμβευτής του εμφυλίου πολέμου, κορυφαίος θεωρητικός και ρήτορας σε οκτώ διαφορετικές γλώσσες, κατάφερε παρ όλα αυτά να υποσκελιστεί με σχετική ευχέρεια από τον λιγότερο υψιπετή και περισσότερο δικτυωμένο Στάλιν. Καθώς κατηγορούσε το κόμμα ότι είχε μεταμορφωθεί σε πυραμίδα από αφεντικά και είχε μετεξελιχθεί σε «καθεστώς γραμματέων», προτείνοντας μάλιστα ως αντίδοτο τη μαζική είσοδο φοιτητών που θα κατέλυαν με τον δυναμισμό τους την εκφυλισμένη γραφειοκρατία, ο Τρότσκι κέρδισε για δεκαετίες μια θέση στην καρδιά των απανταχού εξεγερμένων σπουδαστών. Πρέσβευε την παγκόσμια, διαρκή επανάσταση και γρήγορα οι οπαδοί του εξελίχθηκαν σε κυνηγούς εστιών αναταραχής και χαμένων υποθέσεων ανά την υφήλιο, ως beautiful losers και ιδαλγοί της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου.

Κατά τις ταραχές του Μάη του 68 οι τροτσκιστές συμμετείχαν με τον γνωστό ενθουσιασμό τους, αλλά ποτέ δεν πίστεψαν ότι υπήρχε οποιαδήποτε ρεαλιστική δυνατότητα ολικής πολιτικής ανατροπής. Ο επιφανής θεωρητικός τους Ερνεστ Μαντέλ ξεκαθάρισε άλλωστε από την αρχή ότι δεν έβλεπε συνθήκες κατάλληλες για ένοπλη εξέγερση, για τούτο και πρότεινε την υιοθέτηση από το φοιτητικό κίνημα του μεταβατικού προγράμματος της Τετάρτης Διεθνούς του 1938. Οι επιτροπές καταλήψεων και αυτοδιαχείρισης σε εργοστάσια και σχολές θα έδιναν το καλό παράδειγμα και το ηχηρό μήνυμα, θα έπαιρναν βέβαια και τη θέση τους στην πινακοθήκη των τιμημένων παρισινών κινητοποιήσεων: 1789, 1830, 1848, 1871 – άντε και 1968. Προφανώς, τέτοιες διαπιστώσεις δεν ενθουσίασαν τους εξεγερμένους, που δεν ήθελαν με τίποτα να παραδεχτούν ότι ολόκληρες βδομάδες άγριων συγκρούσεων και ξυλοδαρμών ήταν απλά και μόνο ένα πρώτο μικρό βήμα στο μεγάλο ταξίδι της τελικής επανάστασης. Παρ όλα αυτά, η ίδια η ηγεσία των φοιτητών δεν απείχε και πολύ (φιλοσοφικά τουλάχιστον) από την κοσμοεικόνα και την ερμηνεία των τροτσκιστών για τα γεγονότα του Μάη. Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ σε συνέντευξη που έδωσε στον Ζαν Πολ Σαρτρ (για το «Nouvel Observateur») στις 20 Μαΐου, μεσούσης της αναταραχής, είπε: «Οι εργάτες θα ικανοποιήσουν κάποια από τα υλικά τους αιτήματα και οι μετριοπαθείς φοιτητές και καθηγητές θα περάσουν μεταρρυθμίσεις για τα πανεπιστήμια. Θα υπάρξει κάποια πρόοδος, εννοείται, αλλά τίποτα βασικό δεν θα αλλάξει. Αλλωστε, δεν πιστεύω ότι η επανάσταση μπορεί να έρθει έτσι σε μια νύχτα… μόνο διαδοχικές προσαρμογές μικρής ή μεγαλύτερης σημασίας μπορούμε να πετύχουμε, αλλά τέτοιες διευθετήσεις επιβάλλονται μόνο με επαναστατική δράση».

Η νεολαία αγαπά το σύντροφο λαό

Να επαναστατείς, είναι δικαιολογημένο», «βομβαρδίστε το επιτελείο», «αν δεν το χτυπήσεις, δε θα πέσει», «καταστρέψτε το παλαιό», «νέοι, είστε σαν τον ήλιο στις 9 το πρωί, ο κόσμος είναι δικός σας», «όλοι οι αντιδραστικοί είναι χάρτινες τίγρεις», «οι καλές ιδέες δεν πέφτουν από τον ουρανό, έρχονται από την κοινωνική πάλη», «ο εφησυχασμός κάνει κακό στις σπουδές», «για να ξυπνήσεις μια τίγρη, χρησιμοποίησε μακρύ ραβδί», «η επανάσταση δεν είναι τσιμπούσι»: α…, όλα κι όλα, κανείς δεν μπορεί να παραβγεί στα τσιτάτα με τον πρόεδρο Μάο. Στα 1966 ο άνθρωπος που έκανε περισσότερα από τον καθένα για να φτιάξει το πιο σταθερό, πειθαρχημένο, μονολιθικό και αυστηρό κράτος στον πλανήτη, αποφάσισε να βάλει τους μαθητές και τους φοιτητές να το διαλύσουν! Πώς λοιπόν να μην τον λατρέψει αυτοστιγμεί η σπουδαστική πρωτοπορία σε ολόκληρο τον κόσμο.

Χάρη στο επαναστατικό κάλεσμα του Μεγάλου Τιμονιέρη, τη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση, η κινέζικη νεολαία μπόρεσε να διαπομπεύσει και να ξυλοφορτώσει (ενίοτε μέχρι θανάτου) όχι μόνο τους δασκάλους, τους γείτονες και τους γονείς της, αλλά και κομματικά (ως και ανώτατα) στελέχη, καλλιτέχνες, διανοούμενους και κρατικούς αξιωματούχους. Επιχείρησε μάλιστα να μαζέψει και ικανό οπλισμό ώστε να επιτεθεί σε στρατιωτικές μονάδες, για να κριτικάρει (και φυσικά να δείρει) και τους στρατιωτικούς. Ομάδες ένοπλων σπουδαστών διατηρούσαν τον έλεγχο ολόκληρων πόλεων και συγκρούονταν σε κανονικές μάχες με αυτόνομες μονάδες στρατού και οργανωμένων εργατών. Επί 2,5 χρόνια ο τραμπουκισμός των νέων ήταν η επίσημη ιδεολογία στη χώρα του Κομφούκιου και του απόλυτου σεβασμού στις παραδόσεις και στους ηλικιωμένους, ενώ οι εχθροί της Πολιτιστικής Επανάστασης χαρακτηρίζονταν συλλήβδην «δεξιοί» και αντιδραστικοί. Η βίαιη προγραμματισμένη εξέγερση επρόκειτο να χαρίσει ανατρεπτική παιδεία και συνείδηση στη νεολαία που δεν ευτύχησε να γνωρίσει από πρώτο χέρι την Κινέζικη Επανάσταση (1945-49) και ταυτόχρονα θα σωφρόνιζε τους βολεμένους – οκνηρούς και γηραιούς πλέον – πρώην επαναστάτες, που είχαν καταντήσει (κατά τον Μάο τουλάχιστον) συντηρητικό κατεστημένο.

Στο Παρίσι του 68, οι νεολαίοι δεν γνώριζαν βέβαια, αλλά ούτε και νοιάζονταν ιδιαίτερα για την πραγματική κατάσταση στην Κίνα. Τους άρεσε όμως η γενική ιδέα, την οποία ερμήνευαν κατά το δοκούν: το ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές, η ορχήστρα στους μουσικούς (κάτω ο μαέστρος, έξω ο συνθέτης, θα παίζουμε μόνο αυτοσχεδιασμούς και τζαζ), τα εργοστάσια στους εργάτες, τα πανεπιστήμια στους φοιτητές. Χαρακτηριστικό δείγμα της επιρροής της σκέψης του Μάο στην παρισινή νεολαία, είναι «Η Κινέζα» (1967) του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, όπου γάλλοι φοιτητές μελετούν τα έργα του Προέδρου για να φωτιστούν, να ανακαλύψουν τη θέση τους στον κόσμο και να αλλάξουν την κοινωνία με εργαλείο την ένοπλη δράση. Μόνο για τη χάρη του συντρόφου Μάο, δέχτηκε ο εικονοκλάστης Γκοντάρ να ξεχάσει την αληθινή του τέχνη και να γυρίσει μια ολόκληρη σειρά από στρατευμένα φιλμ με απλοϊκό προπαγανδιστικό μήνυμα.

Η αλήθεια για την πολιτιστική επνάσταση

Αν και ο πρόεδρος Μάο πίστευε όντως στην ανάγκη τακτικής επαναστατικής γυμναστικής και στον κίνδυνο να παγιδευτεί η παλιά φρουρά σε «στείρα» διαχείριση της εξουσίας, ο λόγος που προκάλεσε την Πολιτιστική Επανάσταση ήταν καθαρά ιδιοτελής. Αν και αδιαφιλονίκητος και παντοδύναμος αρχηγός, ο Μάο ζήλευε μυστικά και επιβουλευόταν τους συντρόφους του στο κόμμα, όσους ήταν καλύτεροι και πιο αποτελεσματικοί «μάνατζερ» από αυτόν: τον πρόεδρο της χώρας Λιου Σάο Τσι, τον γενικό γραμματέα του κόμματος Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, τον δήμαρχο του Πεκίνου Πενγκ Ζεν. Ανησυχούσε λοιπόν, όπως και ο Στάλιν τη δεκαετία του 30, όχι μήπως ανατραπεί (ήταν είδωλο και σύμβολο ενότητας για όλους) αλλά μήπως κατ ουσίαν απομονωθεί και μπει σε τιμητική αποστρατεία, εξαιτίας προηγούμενων καταστροφικών επιλογών του (Εκστρατεία των 100 λουλουδιών και Μεγάλο Αλμα Μπροστά). Πώς όμως θα ξεφορτωνόταν σύσσωμη την ηγεσία του κόμματος; Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να ακολουθήσει το παράδειγμα του Στάλιν και να κάνει μαζικές εκκαθαρίσεις και εκτελέσεις, νοιαζόταν πάρα πολύ για το καλό του όνομα – έπρεπε άρα να φανεί ότι κάθε ξεπάστρεμα είναι ενέργεια της ίδιας της βάσης, του λαού. Ούτε βέβαια μπορούσε να καθαιρέσει ολόκληρο το Πολιτικό Γραφείο με μια μονοκοντυλιά, καθώς όσο ισχυρός και αν ήταν, θα ρίσκαρε να ενωθούν όλοι οι κομματικοί εναντίον του. Γι αυτό, αφού εξασφάλισε την ελάχιστη λειτουργία του κράτους με τον ικανό αλλά πιστό (ως δουλικό) Τσου Εν Λάι και την αφοσίωση του στρατού με τον υποψήφιο διάδοχό του στρατάρχη Λιν Πιάο, εξαπέλυσε την κινέζικη νεολαία υπό το σχήμα των ερυθροφρουρών ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας μέσα στη χώρα – εξαιρώντας, εννοείται, τον εαυτό του και τους δικούς του προστατευόμενους. Ο Μεγάλος Τιμονιέρης κινούσε τα νήματα από τα παρασκήνια, ενώ τα παραγγέλματα στους σπουδαστές έδινε η καθοδηγητική ομάδα της γυναίκας του Τζιανγκ Τσινγκ, που είχε διατελέσει μελοδραματική ηθοποιός στη Σανγκάη του Μεσοπολέμου. Το κυνήγι μαγισσών, «δεξιών» και κρυπτομπουρζουάδων γενικεύτηκε σε τέτοιον βαθμό, που η χώρα περιέπεσε σε αμόκ βίας και αναρχίας. Για να επαναφέρει την τάξη, ο πρόεδρος Μάο αναγκάστηκε στα μέσα του 1968 να χρησιμοποιήσει τον στρατό και να στείλει εξορία στα πέρατα της Κίνας τους αγαπημένους του ερυθροφρουρούς, ώστε να «εκπαιδευτούν» στις αξίες της σκληρής δουλειάς από τους ανύποπτους αγρότες της περιφέρειας.

Στη Δύση, τα τραυματικά αυτά γεγονότα ντύθηκαν με τον μανδύα του μυστηρίου και του επαναστατικού ρομαντισμού. Για τους μαοϊκούς και τους συμπαθούντες, η Πολιτιστική Επανάσταση στρεφόταν εναντίον του Κομφούκιου και του Μότσαρτ (!), πολεμούσε δηλαδή εκείνες της μορφές τέχνης και σκέψης – είτε ανατολικές είτε δυτικές – που ήταν δημιουργήματα του παλαιού εξουσιαστικού κατεστημένου (είτε αριστοκρατικού είτε μπουρζουάδικου) και συνεπώς αδιαφορούσαν για την ταξική πάλη και την απελευθέρωση του αγρότη και του εργάτη από τα δεσμά της άγνοιας και της καταπίεσης. Οι φοιτητές που ξήλωναν τα πεζοδρόμια στο Παρίσι (για να βρουν από κάτω την παραλία) πίστευαν ότι έκαναν τη δική τους πολιτιστική επανάσταση. Φευ, όμως, ο σύντροφος Μάο μπορεί να είχε βάλει πολλούς φανταστικούς εχθρούς στη μαύρη λίστα, αλλά η προσωπικότητα που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί ήταν ο Λιου Σάο Τσι και όχι ο Μότσαρτ.

Η αδύνατη άλωση της σύγχρονης Βαστίλλης

Οι κορυφαίοι πανεπιστημιακοί κλασικοί μαρξιστές φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και ιστορικοί των ιδεών σε Ευρώπη και Αμερική που έβλεπαν (στοργικά) τους φοιτητές τους να εξεγείρονται το 1968, γελούσαν. Και συμβούλευαν τακτικά τις διοικήσεις των ιδρυμάτων τους να μην ανησυχούν καθόλου, απλά και μόνο να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους σε πιο ασφαλή σημεία. Γνώριζαν πολύ καλά ότι οι αυθόρμητες επαναστάσεις ήταν φαινόμενα του 18ου και 19ου αιώνα και από τη στιγμή που εφευρέθηκε το επαναληπτικό πολυβόλο, δεν θα μπορούσαν να επικρατήσουν σε κανένα βιομηχανικά οργανωμένο κράτος. Μόνο ορισμένοι λενινιστές και μπλανκιστές συνάδελφοί τους, που ήλπιζαν ότι η ηγεσία των σπουδαστών μπορεί να συγκροτήσει μεμιάς επαγγελματικό ανατρεπτικό πυρήνα και να προχωρήσει σε κάτι σαν πραξικόπημα, είχαν τη φαντασίωση ότι τον Μάη ξεκινούσε επανάσταση. Τον 20ό αιώνα μόνο επαγγελματίες επαναστάτες με συνωμοτικά οργανωμένα κόμματα, παραστρατιωτικοί φασίστες και λαϊκοί ελευθερωτές στον Τρίτο Κόσμο, μπορούσαν να ανατρέψουν με τη βία (ήδη προβληματικά) καθεστώτα. Ακόμη και το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, δεν θα έπεφτε χωρίς τη συναίνεση και τη συνεργασία των ίδιων των καταπιεστών. Αποκλειστικά και μόνο βελούδινες και συμβιβαστικές επαναστάσεις είναι δυνατόν πλέον να συμβούν σε προηγμένα δυτικού τύπου κράτη στην εποχή μας. Αλλωστε σήμερα, η Βαστίλλη θα μπορούσε να αντέξει άνετα την αυθόρμητη επίθεση ολόκληρου του Παρισιού, μόνο με μια φρουρά από ελάχιστους στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων και κάποιον βαρύ οπλισμό.

Επεσε όμως μια άλλη Βαστίλλη: η ρήξη του γαλλικού Μάη έδωσε νέα ώθηση στην κοινωνική απελευθέρωση. Ο γάλλος ιησουίτης φιλόσοφος Μισέλ ντε Σερτό έγραφε στα 1968 ότι οι φοιτητικές ταραχές έκαναν κάτι ανάλογο με την επανάσταση του 1789, εκπόρθησαν τη δική τους Βαστίλλη, τη Βαστίλλη του λόγου. Κατέλαβαν με άλλα λόγια εξ εφόδου το κάστρο της γνώσης, που κρατούσαν οι επίσημοι διανομείς της κουλτούρας, γνώσης που φυλάκιζε φοιτητές-εργάτες και μισθωτούς σε σύστημα από αυστηρά ορισμένα καθήκοντα. Οπως οι μυστικιστές του παρελθόντος αγωνίζονταν να πείσουν την Εκκλησία να δεχτεί και τη δική τους γλώσσα, αυτήν που μπορούσε να εκφράσει τις εκστατικές προσωπικές εμπειρίες και να δώσει φωνή στην ιδιαίτερη πνευματικότητά τους, έτσι και οι σπουδαστές προσπαθούσαν να διευρύνουν το δικαίωμά τους να μιλήσουν – αμφισβητώντας συθέμελα το κυρίαρχο αυταρχικό σύστημα της εποχής. Δυστυχώς, κατά τον Σερτό, η κυβέρνηση και οι πανεπιστημιακές αρχές ανακατέλαβαν τον λόγο, επανέφεραν την αυστηρή ιεραρχική τάξη και δεν επέτρεψαν την άνθηση της περισσότερο πλουραλιστικής δομής που είχε αναδυθεί με τα γεγονότα του Μάη. Οπως και να χει, μπορούμε να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή, εξιστορώντας αυτό το κάτι διαφορετικό που ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στους κατεστημένους θεσμούς, αυτό που συνέλαβε μια διαφορετική θέσμιση της κοινωνίας τον εκπληκτικό εκείνο μήνα.

Ο Χάμπερμας τον Μάη

Η συνειδητά μετριοπαθής πτέρυγα των φοιτητών που συμμετείχε στα γεγονότα του Μάη, είχε επηρεαστεί σε κάποιον βαθμό από τον προβληματισμό της Σχολής της Φραγκφούρτης. Οι στοχαστές της είχαν αναδείξει σαν κεντρικό τους πρόβλημα το πού ακριβώς έκανε το λάθος ο Μαρξ: γιατί η εργατική τάξη δεν ανέπτυξε αληθινή συνείδηση του ρόλου της και δεν έκανε την πολυαναμενόμενη επανάσταση; Πώς δηλαδή οι εργάτες στον προηγμένο δυτικό κόσμο έγιναν κατά περιόδους ιμπεριαλιστές, φασίστες, μικροαστοί, τηλεθεατές και καταναλωτές αλλά ποτέ πραγματικοί επαναστάτες, όπως τους ήθελε η μαρξιστική θεωρία. Τι πήγε στραβά;

Την απάντηση έδωσαν οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο στις αρχές της δεκαετίας του 40, κουβεντιάζοντας στην κουζίνα του σπιτιού τους στο Λος Αντζελες (όπου είχαν καταφύγει εξαιτίας της ναζιστικής λαίλαπας) και κατέγραψε – ως γραμματέας – η κυρία Αντόρνο στη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού». Αιτία του όλου κακού ήταν η βιομηχανία της κουλτούρας και του «θεάματος», που καλλιεργούσε όλες τις ψευδείς και ανορθολογικές συνειδήσεις μέσα στην εργατική τάξη.

Είκοσι χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 60, και αφού πριν ήρθε σε σύγκρουση με τους δύο δασκάλους του όπως αρμόζει σε κάθε δημιουργικό μαθητή, την ιδέα τους συστηματοποίησε ο Γιούργκεν Χάμπερμας, εξηγώντας ότι ο Καρλ Μαρξ και ο Μαξ Βέμπερ «ξέχασαν» τον σημαντικότερο παράγοντα της μοντέρνας κοινωνικής αλλαγής: τη δημιουργία της δημόσιας σφαίρας, της κοινωνίας των καφενείων και των απρόσωπων αλλά στενών σχέσεων αλληλεπίδρασης – αυτών που συγκροτούν την πολιτική αρένα και τη δυναμική της αγοράς. Ο Χάμπερμας υπήρξε αρχικά θιασώτης και «εκπρόσωπος» των φοιτητικών κινητοποιήσεων της δεκαετίας του 60, αλλά απογοητεύτηκε εν μέρει από την επιμονή των εξεγερμένων να χαρακτηρίζουν «φασίστες» τους φιλελεύθερους αστούς και να μηδενίζουν τη δημοκρατία και την ορθολογική νομοθετική διαδικασία. Αν και επαναστάτης μαρξιστής και ο ίδιος την εποχή εκείνη, ο Χάμπερμας δεν καταλάβαινε την ισοπέδωση και τον μανιχαϊσμό ειδικά των λενινιστικής προέλευσης ομάδων (οι αναρχικοί του Μάη του 68 υπήρξαν κάπως πιο φειδωλοί σε χαρακτηρισμούς). Για αυτόν η δημοκρατία (έστω και αντιπροσωπευτική) και οι νόμοι δημιουργούν τη δημόσια σφαίρα, τη μαγική κατάσταση που επιτρέπει την ανατροπή γραφειοκρατικών κάστρων και δομών εκμετάλλευσης.

Σήμερα, 40 χρόνια μετά τον Μάη, με την αλματώδη επέκταση της δημόσιας σφαίρας χάρη στα blogs, τα ποικίλα sites τοπικής και πλανητικής αντίστασης και την κοινωνική δικτύωση στον Παγκόσμιο Ιστό, o Γιούργκεν Χάμπερμας (που είναι πολύ καλά στην υγεία του) αισθάνεται δικαιωμένος και αισιόδοξος για το μέλλον.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026
Απόρρητο