71

Φτωχότερο έγινε από την Παρασκευή το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, που αποχαιρετά με δάκρυα στα μάτια τον σπουδαίο Φέρεντς Πούσκας. Ο θρύλος του ουγγρικού ποδοσφαίρου άφησε την τελευταία του πνοή στη μονάδα εντατικής θεραπείας νοσοκομείου της Βουδαπέστης, όπου νοσηλευόταν εδώ και εβδομάδες σε κρίσιμη κατάσταση.

Το θλιβερό νέο μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων της χώρας (MTI), επικαλούμενο τον εκπρόσωπο Τύπου της οικογενείας, Γκιόργκι Ζόλοσι. Ο άνθρωπος που έγραφε τη βιογραφία του Φέρεντς Πούσκας δήλωσε στο πρακτορείο Reuters: «Ο Φέρεντς Πούσκας πέθανε στις 7 σήμερα (Παρασκευή) το πρωί. Η ακριβής αιτία θανάτου ήταν καρδιαγγειακή και αναπνευστική ανεπάρκεια, την οποία προκάλεσε η πνευμονία».

Ο «καλπάζων συνταγματάρχης», ο οποίος κάθησε στο παρελθόν στον πάγκο του Παναθηναϊκού, τον οποίο οδήγησε στο «έπος του Γουέμπλεϊ», όταν έχασε από τον Αγιαξ με 2-0 στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1971, και της ΑΕΚ, νοσηλευόταν εδώ και εβδομάδες σε κρίσιμη κατάσταση στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

«Χτυπημένος» τα τελευταία χρόνια από τη νόσο Αλτσχάιμερ, ο Πούσκας αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα τις τελευταίες ημέρες, καθώς έπασχε από πνευμονία και είχε υψηλό πυρετό.

Ποιός ήταν ο Φέρεντς Πούσκας

Ο Φέρεντς Πούσκας Μπιρό γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1927 στη Βουδαπέστη. Ήταν μέλος και αρχηγός της θρυλικής «αράντσιπατ», της εθνικής ομάδας της χώρας του, η οποία τη δεκαετία του 1950 δίδαξε θεαματικό ποδόσφαιρο και ήταν η πρώτη που νίκησε την Αγγλία εκτός έδρας, με εκείνο το μυθικό πια 6-3.

Η καριέρα του άρχισε από την Κίσπεστ Χόνβεντ, την οποία υπηρέτησε πιστά από μικρό παιδί (1939) έως το 1956, όταν ξέσπασε η ουγγρική επανάσταση.

Η εισβολή Σοβιετικών στρατευμάτων στη Βουδαπέστη βρίσκει τον Πούσκας στο εξωτερικό, σε περιοδεία με τη Χόνβεντ. Ο «καλπάζων συνταγματάρχης» είχε ήδη αποφασίσει να μην επιστρέψει στην πατρίδα του και να αναζητήσει ομάδα στη δυτική Ευρώπη.

Παρότι αρχικά βρέθηκε πολύ κοντά στην Εσπανιόλ και μάλιστα έπαιξε σε κάποια φιλικά, ο 29χρονος -τότε- Πούσκας δεν έμεινε στη Βαρκελώνη, αλλά ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου η Γιουβέντους και η Μίλαν τον ήθελαν διακαώς. Η UEFA όμως του επέβαλε διετή αποκλεισμό και έτσι το 1958 επέστρεψε στην Ισπανία, για να γευθεί νέους μεγάλους θριάμβους με τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Εγκατέλειψε την ενεργό δράση σε ηλικία 40 ετών, το 1967, και ακολούθησε προπονητική καριέρα. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του ήταν η συμμετοχή με τον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης το 1971, όπου η ελληνική ομάδα έχασε 2-0 από τον Αγιαξ.

Έμεινε στους «πράσινους» την πενταετία 1969-1974, ενώ λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε ξανά στην Αθήνα και εργάσθηκε για μία σεζόν (1978-79) στην ΑΕΚ. Ένας τρίτος «δεσμός» του με τη χώρα μας εντοπίζεται στην Αυστραλία, καθώς οδήγησε την Ελλάς Μελβούρνης στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1991, τότε που η ομάδα αυτή αποτελούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από Έλληνες ομογενείς.

Όταν ο Φέρεντς Πούσκας εντάχθηκε στις ακαδημίες της Χόνβεντ, λίγο πριν από το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, προπονητής της ομάδας ήταν ο πατέρας του και έτσι ήταν αναγκασμένος να αγωνίζεται με το ψευδώνυμο «Μίκλος Κόβατς». Το 1949 το υπουργείο Αμυνας ανέλαβε τις τύχες του συλλόγου και η Χόνβεντ έγινε η ομάδα του στρατού.

Οι ποδοσφαιριστές της έγιναν αξιωματικοί και ο Πούσκας λίγα χρόνια μετά πήρε το βαθμό του συνταγματάρχη, απ όπου προέκυψε και το γνωστό προσωνύμιό του. Παρέα με τους Ζόλταν Τσίμπορ (φίλος του από τις ακαδημίες του συλλόγου) και Σάντορ Κότσις, ο «καλπάζων συνταγματάρχης» οδήγησε σε μεγάλους θριάμβους τη Χόνβεντ. Ο ίδιος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ το 1948 (50 γκολ), το 1949 (31), το 1950 (25) και το 1953 (27). Συνολικά στο πρωτάθλημα είχε 354 συμμετοχες και σημείωσε 357 γκολ.

Η «χρυσή εποχή» της Ρεάλ

Ο Πούσκας είχε κλείσει τα 31, όταν αποκτήθηκε από τη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά παρέμενε ασυναγώνιστος. Εκεί βρήκε δύο ισάξιους παρτενέρ στα πρόσωπα του Αλφρέδο ντι Στέφανο και του Ραϊμόν Κοπά και πανηγύρισε την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1959 και το 1960.

Την πρώτη χρονιά ήταν τραυματίας και είχε χάσει τον τελικό με τη Ρεμς (η «βασίλισσα» νίκησε 2-0), αλλά το 1960 ήταν εκεί για να «γράψει» και πάλι ιστορία. Στο 7-3 επί της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης, ο Πούσκας πέτυχε τέσσερα γκολ και ο Ντι Στέφανο τρία, ρεκόρ που φυσικά παραμένουν μέχρι σήμερα και πιθανότατα δεν πρόκειται ποτέ να καταρριφθούν.

Ο Ούγγρος πέτυχε χατ-τρικ και στον τελικό του 1962, όμως η Ρεάλ έχασε 5-3 από την Μπενφίκα. Συνολικά με τη φανέλα των «μερένγκες» ο Φέρεντς Πούσκας κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα και έπαιξε σε 180 αγώνες της primera division, σημειώνοντας 156 γκολ, ενώ στην Ευρώπη σκόραρε 35 φορές σε 39 ματς.

Η συχνότητα σκοραρίσματος σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του μόνο με την αντίστοιχη του Γκερτ Μίλερ μπορεί να συγκριθεί στα χρονικά του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ισπανία πήρε την υπηκοότητα και εκπροσώπησε την εθνική ομάδα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962. Έπαιξε σε τέσσερα ματς, χωρίς να πετύχει γκολ.

Με την εθνική Ουγγαρίας

Ήταν 20 Αυγούστου του 1945, όταν ο 18χρονος Φέρεντς Πούσκας πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην «αράντσιπατ», σκοράροντας στο 5-2 επί της Αυστρίας. Στη «συντροφιά» των Τσίμπορ, Κότσις προστέθηκαν οι Σάντορ Μπόζικ, Νάντορ Χιντεγκούτι και όλοι μαζί συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας από τις καλύτερες ομάδες που έχει εμφανιστεί στον πλανήτη.

Με την εθνική Ουγγαρίας ο Πούσκας κατέκτησε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το 1952 στο Ελσίνκι (γι αυτό και η ομάδα ονομάστηκε «αράντσιπατ», που σημαίνει «χρυσή ομάδα» στα ουγγρικά) και έπαιξε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954. Εκεί, η Δυτική Γερμανία κατάφερε να «γυρίσει» το εις βάρος της 2-0, να νικήσει 3-2 και να πετύχει κάτι που έμεινε στην ιστορία ως «Το θαύμα της Βέρνης».

Δεν είναι μόνο ότι μέχρι τον τελικό η Ουγγαρία ήταν αήττητη για 32 συνεχείς αγώνες. Είναι ότι στον α γύρο της διοργάνωσης οι Μαγυάροι είχαν συντρίψει 8-3 τους Δυτικογερμανούς, ενώ προηγήθηκαν 2-0 μόλις στο όγδοο λεπτό.

Ακόμη και αν δεν κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο, ο Πούσκας ολοκλήρωσε την καριέρα του στην Εθνική με 85 συμμετοχές και 84 γκολ. Στην ιστορία έχουν μείνει νίκες, όπως το 6-3 επί της Αγγλίας μέσα στο Γουέμπλεϊ (1953) και το 7-1 πάλι επί της Αγγλίας στη Βουδαπέστη (1954).

Η προπονητική του καριέρα

Παρότι ο Φέρεντς Πούσκας δεν θεωρήθηκε ποτέ σπουδαίος προπονητής, εργάστηκε για περίπου 20 χρόνια με αυτήν την ιδιότητα. Από το 1966 στην Αλαβές έως το 1993 στην Εθνική Ουγγαρίας, με κάποια διαλείμματα (1981 έως 1984 και 1987 έως 1989). Εκτός από την Ελλάδα και την Αυστραλία, ανέλαβε ομάδες στις ΗΠΑ (Γκόλντεν Στέιτ, 1967), τον Καναδά (Βανκούβερ, 1968), τη Χιλή (Κόλο Κόλο, 1975), την Αίγυπτο (Αλ Μασρί, 1979) και την Παραγουάη (Σολ ντε Αμέρικα 1985, Σέρο Πορτένιο 1986).

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Γαλλικό