Το 476 π.Χ., όπως αναφέρει ο ίδιος ο Σιμωνίδης σε ένα επίγραμμά του, δίδαξε σε ηλικία ογδόντα ετών ανδρικό χορό στην Αθήνα και κέρδισε τη νίκη. Αμέσως μετά βρέθηκε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα Α’, τυράννου των Συρακουσών, και κατάφερε να συμφιλιώσει τον προαναφερθέντα με τον Θήρωνα, τύραννο του Ακράγαντα, λίγο πριν ξεσπάσει η μεταξύ τους σύγκρουση.

Ο Σιμωνίδης, που όχι μόνο εξασφάλισε μια καλή θέση στην αυλή του συρακούσιου δεσπότη αλλά και προσέλκυσε σε αυτήν τον ανιψιό του Βακχυλίδη, απεβίωσε στον Ακράγαντα της Σικελίας περί το 468 π.Χ.

Όσον αφορά το ποιητικό έργο του Σιμωνίδη, η Σούδα κάνει λόγο για λατρευτικά ποιήματά του, τους λεγόμενους Παιάνες.

Όμως, ένα άλλο πεδίο ήταν αυτό που χάρισε δόξα και φήμη στο σπουδαίο αυτόν ποιητή: τα Επινίκια, τα έντεχνα τραγούδια που συνέθετε ο ίδιος και ερμήνευε ένας χορός, προκειμένου να τιμηθούν και να γίνουν δεκτοί με πανηγυρικές εκδηλώσεις οι νικητές που επέστρεφαν στην πατρίδα τους ύστερα από μεγάλους αγώνες.

Χάρη σε αυτήν την πρωτοβουλία που —βάσει των μαρτυριών που έχουμε στη διάθεσή μας— πήρε ο Σιμωνίδης, η αθλητική ζωή των Ελλήνων δέθηκε με την υψηλή τέχνη, τη χορικολυρική έντεχνη ποίηση, με έναν εντελώς ιδιόρρυθμο τρόπο, που δεν είχε κανένα προηγούμενο.

Σιμωνίδης ο Κείος, η δύναμη του γνήσιου αισθήματος (Μέρος Α’)