Με αριθμητική υπεροχή περίπου 10 προς 1 εις βάρος των πολιορκημένων Ελλήνων, η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους πολιορκητές Οθωμανούς ήταν σχεδόν σίγουρη. Για περίπου 1000 χρόνια η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατάφερε να διατηρηθεί με ένα συνδυασμό διπλωματίας και στρατιωτικής υπεροχής. Πόσο καλά έχουν αντιγράψει σήμερα τη βυζαντινή συνταγή επιβίωσης κράτη όπως η Ρωσία και το Ισραήλ.

Σύμφωνα με δύο σημαντικούς πολιτικούς αναλυτές, όχι και τόσο καλά.

Για να καταλάβει κανείς σήμερα πως σκέφτονται στο Κρεμλίνο, ο ειδικός σε ρωσικά θέματα Τζον Χέλμερ, λέει πως ο καλύτερος τρόπος είναι μέσα από την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

«Οι Βυζαντινοί, όπως και οι άνθρωποι του Κρεμλίνου, λένε στον εαυτό τους ότι ο καλύτερος τρόπος να αποτρέψουν τον στρατό ενός εχθρού από το να δοκιμάσει τις κόκκινες γραμμές που δηλώνουν ότι θα υπερασπιστούν είναι, πρώτα απ’ όλα, να ανακοινώσουν αυτές τις κόκκινες γραμμές· και στη συνέχεια να δωροδοκήσουν τον εχθρό ώστε να μην τις παραβιάσει. Μόνο αν οι δωροδοκίες καταβληθούν, οι κόκκινες γραμμές παραβιαστούν δια της βίας και οι αποδέκτες των δωροδοκιών αθετήσουν τις δεσμεύσεις τους, ο πόλεμος καθίσταται αναπόφευκτος.» αναφέρει ο Χέλμερ στον ανεξάρτητο διαδικτυακό του τόπο.

Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν παίζει σκάκι όπως οι Βυζαντινοί και δεν έχει μελετήσει την ιστορία της στρατηγικής τους, ιδιαίτερα τα χρονικά όπου εξηγούν πώς και γιατί νίκησαν τους Ρώσους. Ο Πούτιν και οι συνεργάτες του απέτυχαν επίσης να ακολουθήσουν μια άλλη ψυχολογική συμβουλή του Βυζαντινού στρατηγιστή: να μην αγαπάς ποτέ τον εχθρό σου ή να μην επιθυμείς τόσο πολύ να σε αγαπά εκείνος, ώστε να καταλήγεις να υποτιμάς την ικανότητά του να εξαπατά και να αντεπιτίθεται. Ο Χέλμερ οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα παρατηρώντας τον Κιρίλ Ντιμιτρίεφ, τον αξιωματούχο που έχει αναλάβει την προσέγγιση προς τον Ντόναλντ Τραμπ, να επιδιώκει υπερβολικά την εύνοια και την αποδοχή των Αμερικανών.

«Η θλιβερή πραγματικότητα», υπογραμμίζει σε άρθρο του ο ιστορικός Δρ. Γέωργιος Θεοτόκης, «την οποία έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι αυτοκράτορες στην Κωνσταντινούπολη ήταν ότι οι περιορισμένοι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι καθιστούσαν τη διεξαγωγή πολέμου σε περισσότερα από ένα μέτωπα μια σχεδόν αδιανόητη προοπτική, ιδίως επειδή η διατήρηση ενός ενεργού στρατού αποτελούσε βαρύ φορτίο».

Η λύση τους «ήταν να επαινούν τη χρήση της διπλωματίας, την καταβολή ανταλλαγμάτων και την αξιοποίηση τεχνασμάτων, πανουργίας, δολοπλοκίας, δωροδοκίας και “άλλων μέσων” για την εξαπάτηση του εχθρού και την επιστροφή του στρατού με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες· μια στρατηγική μη εμπλοκής που είχε απόλυτο νόημα από στρατιωτική άποψη».

Τραμπ και Νετανιάχου

Έτσι, ο Χέλμερ υπογραμμίζει ότι η δωροδοκία για τους Βυζαντινούς ήταν μια στρατηγική μέθοδος για την επίτευξη πολιτικών στόχων μέσω της αναβολής του πολέμου. Ήταν πιο προβλέψιμη ως προς το αποτέλεσμα και λιγότερο δαπανηρή στην εφαρμογή της.

«Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι σύμβουλοί τους και οι στρατιωτικοί διοικητές τους κατανοούσαν επίσης ότι η δωροδοκία είναι προσωρινή, επειδή είναι πάντοτε προσωπική και ψυχολογική» λέει. «Ένας τρόπος με τον οποίο επιδίωκαν να παρατείνουν την αποτελεσματικότητά της ήταν να εφησυχάζουν τους αποδέκτες των δωροδοκιών με ψευδή εμπιστοσύνη στη δύναμή τους, να τους εξοντώνουν και να τους αντικαθιστούν με νεοεισερχόμενους, των οποίων η έλλειψη αυτοπεποίθησης αύξανε την εξάρτησή τους από νέες δωροδοκίες και έτσι καθυστερούσε την ετοιμότητά τους να προσφύγουν στον πόλεμο».

Πάντως σύμφωνα με τον Χέλμερ, σήμερα για να αγοράσουν χρόνο οι Ντόναλντ Τραμπ και Μπενιαμίν Νετανιάχου καταφεύγουν σε έναν συνδυασμό δωροδοκιών και αποκεφαλισμού καθεστώτων. Ήταν μια «στρατηγική στον πόλεμό τους κατά του Ιράν, τον Ιούνιο του περασμένου έτους και από τις 28 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους», η οποία όμως, όπως σημειώνει ο ειδικός, «απέτυχε» καθώς «ο χρόνος πλέον λειτουργεί εναντίον και των δύο».

«Μην κάνεις τίποτε εκτός αν είναι πραγματικά αναγκαίο», συμβούλευε το βυζαντινό στρατηγικό εγχειρίδιο «Στρατηγικό», που συντάχθηκε τον 10ο αιώνα μ.Χ., «αλλά παρακολούθησε προσεκτικά τις κινήσεις του εχθρού, ώστε να μπορέσεις να πλήξεις αποτελεσματικά αν η δράση καταστεί αναπόφευκτη».

Αυτό όμως οι ισραηλινές ηγεσίες φαίνεται να μην το κατανοούν προχωρώντας σε δυσανάλογη βία που εντείνει τον πόλεμο εναντίον τους.

Ο Χέλμερ υποστηρίζει στη συνέχεια ότι τόσο οι Ισραηλινοί, όσο και οι Αμερικανοί έχουν επίσης αποτύχει να ακολουθήσουν μία από τις ψυχολογικές συμβουλές των Βυζαντινών στρατηγιστών: να μη μισείς ποτέ τον εχθρό σου τόσο πολύ ώστε να μην τον καταλαβαίνεις, να μην μπορείς να τον προβλέψεις ή να καταλήγεις να υποτιμάς την ικανότητά του να σε εξαπατήσει και να επιτύχει στην αντεπίθεσή του.

Μελετώντας τη βυζαντινή διπλωματία ο εβραίος ιστορικός Έντουαρντ Λούτβακ έχει υπογραμμίσει ότι το «στρατηγικό πλεονέκτημα που δεν ήταν ούτε διπλωματικό ούτε στρατιωτικό [ήταν] αντιθέτως ψυχολογικό. Η υπονόμευση είναι ο καλύτερος δρόμος προς τη νίκη. Είναι τόσο φθηνή σε σύγκριση με το κόστος και τον κίνδυνο της μάχης ώστε πρέπει πάντοτε να επιχειρείται, ακόμη και απέναντι στους πιο απίθανους στόχους που διακατέχονται από εχθρότητα ή θρησκευτικό ζήλο… οι Βυζαντινοί είχαν ασφαλώς ανακαλύψει ότι ακόμη και οι φανατικοί με τη θρησκεία μπορούν να δωροδοκηθούν, και μάλιστα συχνά πιο εύκολα — είναι δημιουργικοί στην επινόηση θρησκευτικών δικαιολογιών για την αποδοχή δωροδοκιών…». Ο Χέλμερ εκτιμά ότι οι Ισραηλινοί δεν έχουν κατανοήσει τη σημασία αυτού του ψυχολογικού παράγοντα που περιέγραφε ο Λούτβακ.