Κάνοντας στροφή από τη θέση του Βίκτορ Όρμπαν, ο Πέτερ Μαγιάρ άφησε να εννοηθεί ότι αν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου πάει στην Ουγγαρία, θα συλληφθεί. Αιτία, το ένταλμα σύλληψης εις βάρος του από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα.

«Εάν μια χώρα είναι μέλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και ένα άτομο που εκδίδεται βάσει εντάλματος σύλληψης εισέλθει στο έδαφός μας, τότε αυτό το άτομο πρέπει να τεθεί υπό κράτηση», δήλωσε ο Πέτερ Μαγιάρ στους δημοσιογράφους.

Ο Πέτερ Μαγιάρ δήλωσε επίσης ότι έχει ενημερώσει τον Νετανιάχου για την επιθυμία του να επανεντάξει την Ουγγαρία στο σύστημα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Ο Βίκτορ Όρμπαν καλλιέργησε στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, τον οποίο μάλιστα είχε υποδεχθεί στη Βουδαπέστη το 2025, παρά το ένταλμα. Επίσης, είχε θέσει την Ουγγαρία σε τροχιά αποχώρησης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρώην υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Γιοάβ Γκάλαντ, υπόκεινται και οι δύο σε ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε από το ΔΠΔ το 2024. Και οι δύο άνδρες αρνήθηκαν ότι διέπραξαν αδίκημα.

Το ΔΠΔ έκρινε πως υπήρχαν «βάσιμοι λόγοι» να πιστεύεται ότι Νετανιάχου και Γκάλαντ έχουν «ποινική ευθύνη» για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Λωρίδα της Γάζας. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα του ΔΠΔ Καρίμ Χαν, είναι βάσιμα ύποπτοι για εγκλήματα όπως «σκόπιμη πρόκληση λιμού κατά πολιτών», «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» και «εξόντωση ή δολοφονία».

Η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης προκάλεσε οργή στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ, οι οποίες έκτοτε έχουν επιβάλει κυρώσεις σε βάρος δικαστών του ΔΠΔ.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου χαρακτήρισε την απόφαση «αντισημιτική» και ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν τη χαρακτήρισε «σκανδαλώδη».

Τον Μάιο, το Ισραήλ ζήτησε από το ΔΠΔ να ακυρώσει τα εντάλματα μέχρι να εξεταστεί άλλη προσφυγή στην οποία αμφισβητείται η δικαιοδοσία του.

Ωστόσο, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο απέρριψε αυτό το αίτημα στις 16 Ιουλίου του 2025, διαπιστώνοντας πως «δεν υπήρχε νομική βάση» για την ακύρωση των ενταλμάτων σύλληψης μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας.

Μια εβδομάδα αργότερα, το Ισραήλ ζήτησε άδεια για να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, αλλά οι δικαστές αποφάσισαν ότι «το ζήτημα, όπως διατυπώθηκε από το Ισραήλ, δεν είναι εφέσιμο».