
Πέθανε ο Κυριάκος Σφέτσας – Συνθέτης, οραματιστής, πιανίστας της Κάλλας – «Ευπατρίδης της τέχνης»
Ο αρχιτέκτονας των ηχοχρωμάτων Κυριάκος Σφέτσας έζησε μια ζωή γεμάτη μουσικές υπερβάσεις και πρωτοπορία
Η ελληνική μουσική σκηνή αποχαιρετά έναν από τους σημαντικότερους εργάτες της. Ο Κυριάκος Σφέτσας, ο δημιουργός που κατάφερε να γεφυρώσει την ευρωπαϊκή πρωτοπορία με τη λαϊκή ψυχή και το Τρίτο Πρόγραμμα με τη μοναξιά της σύγχρονης πόλης πέθανε σε ηλικία 80 ετών.
Η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή μέσα από ανακοινώσεις των τοπικών φορέων της Λευκάδας, της ιδιαίτερης πατρίδας του όπου ζούσε μόνιμα τις τελευταίες δεκαετίες. Την απώλεια δημοσιοποίησε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας και η Φιλαρμονική Εταιρία Λευκάδος, φορείς στους οποίους ο συνθέτης είχε προσφέρει ανεκτίμητο έργο ως καλλιτεχνικός διευθυντής και δάσκαλος.
Ο Σφέτσας υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του νησιού, έχοντας συνδέσει το όνομά του με την πολιτιστική αναγέννηση της περιοχής μετά τον επαναπατρισμό του.
Η απώλεια είναι και τέλος εποχής για την ελληνική μουσική πρωτοπορία και τον κινηματογράφο, με τον Κυριάκο Σφέτσα να αφήνει πίσω του μια κληρονομιά που εκτείνεται από την ηλεκτροακουστική μουσική του Παρισιού μέχρι τις εμβληματικές κινηματογραφικές μελωδίες της Μεταπολίτευσης.
Από την αβάν γκάρντ του Παρισιού στη λαϊκή δόνηση της Παραγγελιάς, ο δρόμος του ήταν πάντα η αλήθεια
Ο Κυριάκος Σφέτσας υπήρξε μια σπάνια περίπτωση δημιουργού που δεν εγκλωβίστηκε ποτέ σε στεγανά. Γεννημένος στην Αμφιλοχία το 1945 και μεγαλωμένος στη Λευκάδα, έφερε μέσα του τον ήχο της Φιλαρμονικής και τη λόγια παιδεία του Εθνικού Ωδείου.
Η ζωή του σημαδεύτηκε από μια ιστορική στιγμή, όταν το 1964 συνόδευσε στο πιάνο τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία της εμφάνιση επί ελληνικού εδάφους στη Λευκάδα.
Η φυγή του στο Παρίσι το 1967 αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο της καλλιτεχνικής του ωρίμανσης.
Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Μαξ Ντόιτς και την επιρροή προσωπικοτήτων όπως ο Ιάννης Ξενάκης και ο Λουίτζι Νόνο, ο Σφέτσας αναδείχθηκε σε έναν από τους πλέον υποσχόμενους συνθέτες της ευρωπαϊκής αβάν γκάρντ, με έργα που παρουσιάστηκαν σε κορυφαία διεθνή φεστιβάλ και πρωτοποριακές τετρακαναλικές ηλεκτροακουστικές συνθέσεις.
Παράγοντας Χατζιδάκις και αναγέννηση του Τρίτου Προγράμματος
Ο επαναπατρισμός του το 1975 συνέπεσε με τη χρυσή εποχή της ελληνικής ραδιοφωνίας. Μετά από πρόσκληση του Μάνου Χατζιδάκι, ο Σφέτσας εντάχθηκε στο δυναμικό του Τρίτου Προγράμματος, το οποίο και διηύθυνε για πάνω από μία δεκαετία, από το 1982 έως το 1994.
Η θητεία του εκεί δεν ήταν απλώς διοικητική αλλά βαθιά πολιτισμική, καθώς εργάστηκε για τη διεύρυνση των ακουσμάτων του κοινού. Παράλληλα, η μουσική του μεταμορφώθηκε.
Εγκαταλείποντας τον ερμητισμό της Παρισινής περιόδου, στράφηκε σε μια εντυπωσιακή συνομιλία με την παράδοση, την τζαζ και το ροκ. Η μεταστροφή αυτή δεν ήταν μια απλή επιστροφή στις ρίζες, αλλά μια δραματική ανάγκη επικοινωνίας, μια αναζήτηση της ανθρώπινης επαφής μέσα από την ηχητική δημιουργία.
Κινηματογραφικές μνήμες
Για το ευρύ κοινό, ο Κυριάκος Σφέτσας ταυτίστηκε με τις συγκλονιστικές μουσικές του για τον κινηματογράφο.
Η συνεργασία του με τον Παύλο Τάσιο στην «Παραγγελιά» το 1980 τού χάρισε το βραβείο καλύτερης μουσικής στη Θεσσαλονίκη, ενώ ακολούθησαν σπουδαία έργα για ταινίες του Νίκου Γραμματικού και του Δημήτρη Παναγιωτάτου. Το έργο του «Το Φως της Κάκτου», μια «γιγαντιαία σουίτα για πιάνο», παραμένει μνημείο της πιανιστικής του γραφής.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επέλεξε να επιστρέψει στη Λευκάδα, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Πνευματικού Κέντρου και διοργανώνοντας διεθνή φεστιβάλ.
Ο θάνατός του αφήνει ένα κενό δυσαναπλήρωτο, αλλά η μουσική του, αυτή η συνεχής αναζήτηση του «Άλλου» με εμφατικό λυρισμό, θα συνεχίσει να αποτελεί μια ζωντανή κληρονομιά ελπίδας.
«Ο Κυριάκος Σφέτσας θα μπορούσε κάλλίστα να έχει μείνει στην ιστορία απλώς ως ο πιανίστας που συνόδευσε τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία δημόσια εμφάνισή της, στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης της Λευκάδας τον Αύγουστο του 1964. Τελικά όμως ο δεκαοχτάχρονος μουσικός έμελλε να γίνει ένας από τις πιο αναγνωρισμένους Έλληνες συνθέτες της γενεάς του» έγραφε η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών για τον πρωτοπόρο.
Ακολουθεί το πλήρες βιογραφικό του από την ιστοσελίδα του:
«Η σκοτεινή, η ανεξιχνίαστη πλευρά της ψυχής μου, αλλά και γενικότερα της ψυχής μας, είναι κάτι, ένας χώρος μαγικός που πάντα ερέθιζε τη φαντασία μου»
Ο Κυριάκος Σφέτσας γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1945 στην Αμφιλοχία. Από πολύ μικρός έζησε και μεγάλωσε στη Λευκάδα όπου πρωτοδιδάχτηκε μουσική στη Φιλαρμονική Εταιρία Λευκάδος και στο Εθνικό Ωδείο της πόλης με τον αείμνηστο Φώτη Βλάχο. Συνέχισε σπουδές στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας (1963-66): πιάνο με την Κρινώ Καλομοίρη και θεωρητικά με τον Μιχάλη Βούρτση. Στις 30 Αυγούστου 1964 (Λευκάδα) συνόδεψε στο πιάνο τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία εμφάνισή της στην Ελλάδα.
Μετά την Απριλιανή δικτατορία εγκαταστάθηκε στο Παρίσι (Σεπτ. 1967) και εκεί ως υπότροφος της Γαλλικής Κυβέρνησης (1969-72) εξακολούθησε σπουδές με τον συνθέτη και παιδαγωγό Μax Deutsch (σύνθεση, ανάλυση, διεύθυνση ορχήστρας), ενώ παράλληλα δεχόταν συμβουλές από τους Ι. Ξενάκη, Luigi Nono και Henri Dutilleux.
Η πρώτη δημόσια παρουσίαση έργου του (Επεισόδια για πιάνο σόλο) έγινε λίγο μετά τον Γαλλικό Μάη του ’68, στην αίθουσα της Λατινικής Αμερικής στο Παρίσι και απέσπασε θετικές κριτικές. Από τότε η μουσική του άρχισε να παρουσιάζεται ταχτικά, ενώ είχε και τις πρώτες παραγγελίες (Γαλλική Ραδιοτηλεόραση, Ορχήστρα Ars Nova και Χορευτικό συγκρότημα του Vitry).
Λίγο αργότερα έργα του παρουσιάζονται σε σημαντικούς θεσμούς σύγχρονης μουσικής όπως τα διεθνή Φεστιβάλ της Royan, Reims, του Bordeaux και Παρισιού ενώ είναι ο μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του συγκροτήματος σύγχρονου χορού του Vitry και του χορογράφου Michel Cazerta. Μέρος των έργων της Παρισινής περιόδου εκδόθηκε από τον μουσικό οίκο Editions Transatlantiques, ενώ το 1974 κυκλοφόρησε στο Παρίσι για πρώτη φορά έργο του σε δίσκο: (Τετρακαναλική Ηλεκτροακουστική μουσική για το μπαλλέτο Smog, ένα από τα πρώτα έργα σε παγκόσμιο επίπεδο για τετρακαναλική μαγνητοταινία).
«Θα μπορούσα να μιλώ για την ψυχή ώρες ατελείωτες, ίσως μάλιστα εκείνα που θα έλεγα να ακούγονταν κοινότοπα. Είναι πιο λογικό να μιλήσει η μουσική, αφού τη μουσική επέλεξα για να μιλήσω κι εγώ. Ολα τα άλλα μπορεί και να είναι… θόρυβοι»
Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε ως συνθέτης στην 4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής (Αθήνα 19-26 Σεπτ. 1971) με το έργο Δοκιμολογία.
Επαναπατρίστηκε το φθινόπωρο του 1975. Εργάστηκε ύστερα από πρόσκληση του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα (75-76) ως έκτακτος παραγωγός. Το 1977 ως τακτικός πλέον υπάλληλος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας υπηρετεί διαδοχικά ως διευθυντής τα μουσικά τμήματα του Β΄ και Α΄ Προγ/τος, ενώ από το καλοκαίρι του 1982 μέχρι τον Ιανουάριο του 1994 υπήρξε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ε.Ρ.Α.
Από το 1999 ζει μόνιμα και εργάζεται στη Λευκάδα, τον τόπο όπου έζησε από μικρός κι όπου πρωτοδιδάχτηκε μουσική. Από την ίδια χρονιά και μέχρι το 2002 υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας και των πολιτιστικών θεσμών «Γιορτές Λόγου και Τέχνης», «Διεθνές Φεστιβάλ Κρουστών» και «Διεθνές Φεστιβάλ Φολκόρ».
Στο έργο του περιλαμβάνεται σημαντικός αριθμός μουσικών συνθέσεων: συμφωνική, χορωδιακή, σκηνική μουσική (μπαλλέτο, θέατρο), μουσική δωματίου, ηλεκτρονική, έργα για σόλο όργανα, συνθέσεις στο ύφος της jazz και fusion, τραγούδια σε ποίηση ελλήνων και ξένων ποιητών. Τα χρόνια από το ’80 και μετά γράφει μουσική και για τον κινηματογράφο.
Η μουσική του στην Παραγγελιά του Π. Τάσιου αποσπά το βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1980. Το 1982 γράφει τη μουσική για το Στίγμα του ίδιου σκηνοθέτη, το 1986 για την ταινία Η νύχτα με την Σιλένα του Δημ. Παναγιωτάτου, το 1991 για την Νυχτερινή Έξοδο και Κλειστή Στροφή των Μένιου Δίτσα και Νίκου Γραμματικού αντίστοιχα, ενώ το 1993 υπογράφει τη μουσική της Εποχής των Δολοφόνων του τελευταίου.
Τα περισσότερα από τα έργα των τελευταίων ετών είναι παραγγελίες ελληνικών και ξένων πολιτιστικών φορέων και οργανισμών και έχουν παιχτεί στην Ευρώπη, Αυστραλία και Αμερική από ονομαστά μουσικά σύνολα, μεταξύ των οποίων οι Σολίστες του Μπολσόϊ, το Ensemble Modern της Φραγκφούρτης, η Πολυρυθμία της Σόφιας, το συγκρότημα κρουστών Okada του Τόκιο, τα κουαρτέτα Russo και Mlada, οι Συμφωνικές Ορχήστρες της Λειψίας, της Λουμπλιάνα, της ABC (Ραδ/νία Αυστραλίας), της ΑLEA (Παν/μιου Βοστώνης) καθώς και οι ορχήστρες της ΕΡΑ και Κρατική Θεσσαλονίκης. Από την αρχή εξ άλλου της λειτουργίας του το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει παραγγείλει κι έχει παίξει πολλά έργα του Κυριάκου Σφέτσα, με ερμηνευτές σπουδαίους έλληνες και ξένους σολίστες και σύνολα, όπως μεταξύ άλλων ο οργανίστας Daniel Chorzempa και η ορχήστρα Καμεράτα.
Σημαντικός αριθμός των έργων του έχουν εκδοθεί από τους οίκους: Editions Transatlantiques στο Παρίσι και Χ. Νάκας – Κ. Παπαγρηγορίου Μουσικές Εκδόσεις στην Αθήνα.
«Η ελπίδα επιζεί ακόμη»
Στον τόμο 9β του Παγκόσμιου Βιογραφικού Λεξικού, ο μουσικοκριτικός Γιώργος Λεωτσάκος μεταξύ άλλων σημειώνει:
Κανενός Έλληνα “πρωτοποριακού” συνθέτη η επιστροφή στην παράδοση δεν υπήρξε εντυπωσιακότερη από του Σφέτσα. Πρίν από το 1977, στη Γαλλία, τον ανέδειξε μια ηχητική “στικτογραφία” (γαλλ. pointillisme): μια αξιοπρόσεκτη αρμονική ευαισθησία οργάνωνε ευφάνταστους συνδυασμούς ηχοχρωμάτων σε “μικροδομές” απλωμένες σ’ ένα νοητό ηχητικό καμβά, θυμίζοντας πίνακες του Χουάν Μιρό, που γοήτευε τότε τον συνθέτη (Δοκιμολογία, από τα ωραιότερα και χαρακτηριστικότερα έργα του).
Χρονολογικά η μεταστροφή (Διαφάνειες Μουσικής Κοντσέρτου, 1977) ακολουθεί τον επαναπατρισμό του (1975): μελωδία (τονική, “τροπική”, ατονική), θεματικότητα, ανάπτυξη αλλά και αυτοσχεδιασμός, “σωματικοί” ρυθμοί (κάποτε ασύμμετροι λαϊκογενείς), συγχορδίες που αντιδιαστέλλονται με αδρές ταυτοφωνίες, στοιχεία η εμπνεύσεις από τη λαϊκή (ελληνική, ανατολικών πολιτισμών η επεξεργασίες τους από τις “εθνικές” σχολές) και βυζαντινή μουσική (το Ερωτικό Τραγούδι ερμηνεύει ψάλτης) αλλά και άλλοι κώδικες η τεχνικές επικοινωνίας (τζάζ, ρόκ).
«Δεν παριστάνω τον ειδικό επί των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών, εικάζω όμως πως σε μια περιοχή γεμάτη μυστήρια, εκείνη του νου και της ψυχής, πνέει διαρκώς ένας άνεμος, άλλες φορές ήσυχος και άλλες φορές με ταχύτητα που είναι αδύνατον να μετρηθεί. Φαντασιώνω αυτή την περιοχή, περιπλανιέμαι εντός της με τη μουσική μου, γοητεύομαι από εκείνη, αλλά και στέκομαι έκπληκτος μπροστά στο ανεξερεύνητο μεγαλείο της»
Αντικαθιστώντας όμως το προηγούμενο, “ερμητικό” ιδίωμα με κώδικες επικοινωνίας κατακυρωμένους, η μουσική του Σφέτσα διαστέλλεται κάποτε σε μεγάλες χρονικές διάρκειες, αποκαλύπτει μιάν επώδυνη μοναξιά-αναζήτηση του Ά λ λ ο υ, όπου ο διαχωρισμός ανάμεσα στον προσωπικό παράγοντα και στον κοινωνικό-περιβαλλοντικό γίνεται δύσκολος. Πίσω από την εμμονή της γραφής μαντεύεται μια δραματική ανάγκη επικοινωνίας.
Παρά την αδρότητα των θεμάτων και κάποια πεδία παραδοσιακής “ανάπτυξης”, τα τρία μέρη της γιγαντιαίας (διάρκεια: 61΄.46΄΄!) σουΐτας για πιάνο Το φώς της Κάκτου (’80-’83) δίνουν συχνά την εντύπωση αυτοσχεδιασμού ενός μοναχικού πιανίστα.
Από τα γοητευτικότερα τελευταία έργα του, οι Στιγμές μιας μοναχικής πόλης: στη μοναξιά-απανθρωπιά του σύγρονου κόσμου, η αναζήτηση του Άλλου συνεχίζεται, με εμφατικότερο λυρισμό. Έτσι η ελπίδα επιζεί ακόμη”.
Ο Σφέτσας με δικά του λόγια
«Δραπέτευσε» από την πόλη αναζητώντας μια πιο ευχάριστη ζωή. Ο συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας άφησε πίσω του την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στη Λευκάδα, το νησί όπου είχε ζήσει τα παιδικά του χρόνια έγραφε το ΒΗΜΑ το 2008.
«Ηταν μια απόλυτα συνειδητή επιλογή» λέει. «Στη Λευκάδα έμαθα τη μουσική, εκεί επέστρεψα τώρα για να ασχοληθώ πιο ήρεμος, πιο ευτυχισμένος με τη μουσική μου».
«Η σκοτεινή, η ανεξιχνίαστη πλευρά της ψυχής μου, αλλά και γενικότερα της ψυχής μας, είναι κάτι, ένας χώρος μαγικός που πάντα ερέθιζε τη φαντασία μου» λέει αναφερόμενος στο έργο του.
«Δεν παριστάνω τον ειδικό επί των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών, εικάζω όμως πως σε μια περιοχή γεμάτη μυστήρια, εκείνη του νου και της ψυχής, πνέει διαρκώς ένας άνεμος, άλλες φορές ήσυχος και άλλες φορές με ταχύτητα που είναι αδύνατον να μετρηθεί. Φαντασιώνω αυτή την περιοχή, περιπλανιέμαι εντός της με τη μουσική μου, γοητεύομαι από εκείνη, αλλά και στέκομαι έκπληκτος μπροστά στο ανεξερεύνητο μεγαλείο της».
Προσπαθώντας να «εικονογραφήσει» αυτή την άγνωστη πλευρά της ψυχής με ήχους και μελωδίες μιλάει για μια εναγώνια αναζήτηση «που όμως δεν είναι πάντα άγονη. Ακόμη και αν δεν δίνει κάθε φορά αποτελέσματα, θεωρώ πως μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να προχωρήσει μπροστά».
Κατά συνέπειαν «Ο άνεμος της άγνωστης ψυχής μου» δεν είναι απαραιτήτως απαισιόδοξο έργο. «Οχι, βέβαια» τονίζει ο Κ. Σφέτσας. «Ούτως ή άλλως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η κρυμμένη πλευρά της ψυχής είναι σκοτεινή. Μπορεί κάλλιστα να είναι φωτεινή. Το άγνωστο δεν είναι πάντα απαισιόδοξο ή τρομακτικό, πιθανόν να κρύβει και κάτι το υπέροχο».
«Θα μπορούσα να μιλώ για την ψυχή ώρες ατελείωτες, ίσως μάλιστα εκείνα που θα έλεγα να ακούγονταν κοινότοπα. Είναι πιο λογικό να μιλήσει η μουσική, αφού τη μουσική επέλεξα για να μιλήσω κι εγώ. Ολα τα άλλα μπορεί και να είναι… θόρυβοι» είχε πει στον Κοσμά Βίδο.
Δεν αισθάνθηκε άραγε ότι φεύγοντας από την Αθήνα απομονώθηκε κατά κάποιον τρόπο από την «αγορά» της μουσικής;
«Οι δημόσιες σχέσεις μου ήταν πάντοτε κάκιστες» λέει, «οπότε είτε ζούσα στην Αθήνα είτε σε ένα χωριό στη μεθόριο το ίδιο έκανε. Οχι, δεν αισθάνομαι καθόλου απομονωμένος. Ούτε έχω το άγχος της δημοσιότητας. Είμαι γνωστός. Οποιος λοιπόν έχει την ανάγκη μου, μπορεί εύκολα, πολύ εύκολα να με βρει. Δεν έχω μετανιώσει ούτε ένα λεπτό για την επιλογή μου να φύγω. Είμαι μια χαρά. Οσο για τη μοναξιά της επαρχίας… δεν υπάρχει αυτό το πράγμα. Τη μοναξιά του ο άνθρωπος την έχει, τη σηκώνει μέσα του, όπου κι αν βρίσκεται».
Κεφάλαιο Greek Fusion Orchestra
Ο Κυριάκος Σφέτσας δημιούργησε την Greek Fusion Orchestra το 1976, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του από την Γαλλία στην Ελλάδα, με την πτώση της δικτατορίας. Τότε που προσκλήθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι, για να δουλέψει ως εξωτερικός παραγωγός στο Γ’ Πρόγραμμα στην Ελληνική Ραδιοφωνία.
Με την GFO εκπλήρωσε την φιλοδοξία που είχε από την avantgarde περίοδο της καριέρας του στο Παρίσι την δεκαετία του ’60, να δημιουργήσει ένα έργο που θα διεύρυνε τα όρια της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής και που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει με τους εκεί μουσικούς. H Greek Fusion Orchestra δεν έπαιξε ποτέ ζωντανά την εποχή εκείνη.
Το 2018, 41 χρόνια μετά, αποτελούμενη από τον Δημήτρη Μαρινάκη (αρχικό μέλος) και νέους μουσικούς που επιλέχτηκαν από τον Κ. Σφέτσα, άρχισε να παρουσιάζει ζωντανά τη μουσική της μπροστά στο κοινό.
- Κεφαλονιά: Η μαύρη περούκα και τα μηνύματα που αντάλλαξε η Μυρτώ με τον σύντροφό της λίγες ώρες πριν πεθάνει – Νέες αποκαλύψεις
- Μπλόκο του ΣτΕ στην επέκταση ξενοδοχειακού συγκροτήματος στην παραλία Μύτακας της Μήλου
- Εγκρίθηκε στην ΕΕ το συνδυαστικό εμβόλιο της Moderna για Covid και γρίπη
- «Παραμένει και του χρόνου στη Λίβερπουλ ο Άρνε Σλοτ»
- ΗΠΑ: Δέκα εξαφανίσεις επιστημόνων έβαλαν φωτιά στο διαδίκτυο – Εργάζονταν σε πυρηνικές και κρίσιμες υπηρεσίες
- Οργή – Ο ιστότοπος που συνδέεται με τον ομαδικό βιασμό της Ζιζέλ Πελικό «επανήλθε»










