Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά από την 1η Απριλίου δίνει ένα καθαρό σήμα ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει το εισόδημα σε μια περίοδο που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ξαναφέρνει πίεση στην ενέργεια και στις τιμές. Η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι η διεθνής κρίση τροφοδοτεί νέο κύμα ακρίβειας και συνοδεύει την αύξηση με Fuel Pass, επιδότηση λιπασμάτων και παρεμβάσεις στην αγορά ακτοπλοϊκών εισιτηρίων.

Όμως το πρόβλημα για τα νοικοκυριά βρίσκεται αλλού, καθώς οι ονομαστικές αυξήσεις κινούνται με πιο αργό ρυθμό από την αύξηση του κόστους ζωής, σε μια οικονομία που τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν οτι έχει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρωζώνη.

Η Eurostat κατέγραψε για το 2025 ότι η Ελλάδα βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της Ε.Ε. σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), τελευταίες στην E.E. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι μισθοί αυξάνονται, η πραγματική ικανότητα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών παραμένει ασθενής σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αύξηση των 40 ευρώ μικτά στον κατώτατο μισθό μεταφράζεται σε σαφές όφελος για τον εργαζόμενο, αλλά περιορισμένο, την ώρα που τα νοικοκυριά έχουν απέναντί τους ακριβότερη ενέργεια, στέγαση και τρόφιμα. Γι’ αυτό και η κυβερνητική απόφαση μπορεί να βελτιώνει τον ονομαστικό μισθό, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει το χάσμα αγοραστικής δύναμης που καταγράφουν οι ευρωπαϊκοί δείκτες.

Το παρασκήνιο της συζήτησης δείχνει ακριβώς αυτό το αδιέξοδο. Από τη μία πλευρά, το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να δείξει ότι τηρεί τη δέσμευση για σταδιακή άνοδο του κατώτατου μισθού προς τα 950 ευρώ το 2027. Από την άλλη, εργοδοτικοί φορείς αποδέχονται την αύξηση αλλα συνεχίζουν να ζητούν  μείωση του μη μισθολογικού κόστους και πρόσθετη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ΓΣΕΕ επιμένει ότι το πραγματικό όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για το 2026 είναι 1.052 ευρώ μικτά. Στην πράξη, δηλαδή, κυβέρνηση, εργοδότες και συνδικάτα ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά συγκλίνουν στο οτι το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο το ύψος του κατώτατου μισθού, αλλά η ταχύτητα με την οποία η ακρίβεια εξαφανίζει κάθε νέα αύξηση.

Η ταχύτητα των αυξήσεων

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στο ότι η νέα αύξηση είναι η έκτη διαδοχική τα τελευταία χρόνια, ο οικογενειακός λογαριασμός όμως σήμερα διαμορφώνεται από ακριβότερα καύσιμα, επιβαρυμένη ενέργεια, ακριβότερη στέγαση και επίμονα ακριβό καλάθι τροφίμων. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η αύξηση του μισθού δεν δίνεται σε «κανονικές» συνθήκες, αλλά ως άμυνα απέναντι σε μια νέα κρίση κόστους ζωής.

Στις παρασκηνιακές συζητήσεις μεταξύ στελεχών της αγοράς και κυβερνητικών παραγόντων, η λέξη που επανέρχεται είναι η χρονική υστέρηση των αντιδράσεων. Οι μισθοί αυξάνονται μία φορά, ενώ η ακρίβεια λειτουργεί καθημερινά και σωρευτικά. Μια επιχείρηση μπορεί να δει θετικά την ενίσχυση της κατανάλωσης για λίγες εβδομάδες, αλλά γνωρίζει ότι αν το ενεργειακό κόστος παραμείνει ψηλά, η επίδραση θα απορροφηθεί γρήγορα από τους λογαριασμούς και τις ανατιμήσεις. Γι’ αυτό και η εργοδοτική πλευρά, παρότι χαιρετίζει την αύξηση, ζητά σχεδόν ομόφωνα αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η μείωση μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φόρων και στήριξη των μικρομεσαίων που καλούνται να πληρώσουν ταυτόχρονα ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερα ενοίκια και υψηλότερες μισθολογικές υποχρεώσεις.

Το σκληρό μέτρο σύγκρισης

Το στοιχείο που αλλάζει ωστόσο το πλαίσιο είναι οτι η Eurostat κατατάσει την Ελλάδα και τη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της Ε.Ε. του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, χαμηλότερα από όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης. Η μέτρηση αυτή δεν δείχνει απλώς πόσα «παράγει» μια οικονομία, αλλά τι πραγματικά μπορεί να αγοράσει ένας πολίτης όταν ληφθούν υπόψη οι διαφορές τιμών. Με αυτό το μέτρο, η Ελλάδα δεν είναι απλώς χαμηλά. Είναι στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη συζήτηση γύρω από τον κατώτατο μισθό. Μια αύξηση από τα 880 στα 920 ευρώ μικτά έχει σαφές κοινωνικό αποτύπωμα και επηρεάζει άμεσα περίπου 700.000 εργαζομένους, όπως ανέφερε η κυβέρνηση. Όμως η αδυναμία αγοραστικής δύναμης που καταγράφει η Eurostat δείχνει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του κατώτατου, αλλά η αναλογία του προς το συνολικό κόστος ζωής. Σε χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα, χαμηλότερη ενεργειακή επιβάρυνση ή μικρότερη στεγαστική πίεση, η ίδια ονομαστική αύξηση μισθού μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερο πραγματικό όφελος. Στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος της αύξησης κατευθύνεται σχεδόν αυτόματα στην κάλυψη παγίων δαπανών που έχουν ήδη αυξηθεί.

Η ενεργειακή κρίση κάνει το πρόβλημα ακόμη εντονότερο καθώς η Ελλάδα παραμένει μια χώρα με υψηλούς έμμεσους φόρους στην τελική τιμή των καυσίμων και με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα διεθνής αύξηση μεταφέρεται γρηγορότερα και πιο βίαια στον τελικό καταναλωτή. Το ίδιο ισχύει και για τα τρόφιμα, καθώς όταν το καύσιμο και το ρεύμα ακριβαίνουν, ακριβαίνουν και οι μεταφορές.

Η πίεση στις επιχειρήσεις

Στο μέτωπο των εργοδοτικών φορέων, το επιχείρημα είναι διαφορετικό αλλά οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Η αύξηση θεωρείται αναγκαία, επειδή χωρίς εισόδημα δεν υπάρχει κατανάλωση. Ταυτόχρονα, όμως, περιγράφεται ως πρόσθετη επιβάρυνση σε μια στιγμή που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιέζονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τις ακριβότερες πρώτες ύλες, την ακριβά στα ενοίκια και τις υψηλές εισφορές και φορολογικές υποχρεώσεις.

Αυτή η πίεση δημιουργεί τον κίνδυνο η αύξηση να μην περάσει ομαλά στην οικονομία και τελικά  να μετατραπεί σε ένα νέο κύκλο μετακύλισης του κόστους. Με άλλα λόγια, οι εργαζόμενοι παίρνουν κάτι παραπάνω, αλλά ένα μέρος των αυξήσεων κινδυνεύει να επιστρέψει στην αγορά ως νέες αυξήσεις τιμών. Αυτός είναι και ο λόγος που παράγοντες της αγοράς επιμένουν ότι η μισθολογική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνη της χωρίς φορολογικές και ενεργειακές παρεμβάσεις.

Πηγή ΟΤ