Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απορρίπτει τη γενικευμένη δημοσιονομική χαλάρωση για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας και προκρίνει αυστηρά στοχευμένα, προσωρινά και δημοσιονομικά περιορισμένα μέτρα.

Αυτό σημαίνει ότι δεν εξετάζει (τουλάχιστον προς ώρας) να ενεργοποιήσει τη ρήτρα διαφυγής γεγονός το οποίο καθιστά σαφές στο σημείωμα που κατέθεσε στο Eurogroup στις 26 Μαρτίου, η Κομισιόν.

Η Επιτροπή ξεκαθαρίζει ότι «η ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής ή των εθνικών ρητρών δεν θα ήταν σκόπιμη σε αυτό το στάδιο», παρά την εκτόξευση των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η προϋπόθεση για μια τέτοια κίνηση, δηλαδή μια γενικευμένη οικονομική ύφεση στην ευρωζώνη, «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται ή θα πληρωθεί σύντομα».

Η θέση αυτή έρχεται σε μια στιγμή που η ενεργειακή κρίση επανέρχεται δυναμικά. Σύμφωνα με την ίδια την Επιτροπή, μόνο στις πρώτες 17 ημέρες της κρίσης με το Ιράν, η ΕΕ κατέβαλε επιπλέον 6 δισ. ευρώ για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, ενώ οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου κινούνται ξανά σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, σε αντίθεση με την περίοδο 2022–2023, η απάντηση δεν θα είναι δημοσιονομική χαλάρωση ευρείας κλίμακας.

Το έγγραφο κατατέθηκε λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η έκτακτη συνεδρίαση του Eurogroup μέσω τηλεδιάσκεψης, προκειμένου οι υπουργοί οικονομικών Οικονομικών να συζητήσουν το συντονισμό των δράσεων για αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης.

Σύμφωνα με την επίσημη ατζέντα «η Ευρωομάδα θα αξιολογήσει τον αντίκτυπο της κρίσης στη Μέση Ανατολή στην οικονομία της ΕΕ και θα συζητήσει μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπισή της».

Αυστηρό μήνυμα

Το μήνυμα προς τα κράτη-μέλη είναι αυστηρό, καθώς  οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και συμβατές με το δημοσιονομικό πλαίσιο. Οι κατευθύνσεις είναι σαφείς για στήριξη μόνο σε ευάλωτα νοικοκυριά και ενεργοβόρες επιχειρήσεις, αποφυγή οριζόντιων επιδοτήσεων και έμφαση σε πολιτικές που δεν στρεβλώνουν τη λειτουργία της αγοράς.

Η Κομισιόν καθιστά σαφές ότι «τυχόν δημοσιονομικά μέτρα που θα εισαχθούν θα πρέπει να παραμείνουν συνεπή με τις πορείες αύξησης των καθαρών δαπανών που συνιστά το Συμβούλιο στα κράτη μέλη» και σημειώνει ότι οι δημοσιονομικές αποκλίσεις «θα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από μέτρα ενεργειακής στήριξης ή από οποιοδήποτε άλλο δημοσιονομικό μέτρο».

Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι μπορούν να ληφθούν μέτρα στήριξης, αλλά θέτει 4 βασικούς κανόνες καθώς τα μέτρα πρέπει να είναι:

  • Συμβατά με την απανθρακοποίηση
  • Να μην αυξάνουν τη ζήτηση για πετρέλαιο και φυσικό αέριο
  • Προσωρινά και δημοσιονομικά περιορισμένα
  • Στοχευμένα στους πιο ευάλωτους (νοικοκυριά και επιχειρήσεις)

Εισοδηματική ενίσχυση αντί άμεσης παρέμβασης στις τιμές

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι προτάσεις για εισοδηματική ενίσχυση αντί άμεσης παρέμβασης στις τιμές, για εκστρατείες εξοικονόμησης ενέργειας, για ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών και για επιτάχυνση των ενεργειακών ανακαινίσεων. Παράλληλα, ανοίγει η συζήτηση για αλλαγές στη δομή φόρων και τελών στην ηλεκτρική ενέργεια, αλλά με προσοχή ώστε να μην δημιουργηθούν δημοσιονομικά κενά.

Το «μήνυμα»

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη χρηματοδότηση των μέτρων. Η Επιτροπή υποδεικνύει ότι τα κράτη μπορούν να αξιοποιήσουν έσοδα από το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS) ή να εξετάσουν την έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών που συνδέονται με την ενεργειακή κρίση. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρέμβασης στις τιμές, όπως η κλιμακωτή τιμολόγηση, τίθεται ρητή προϋπόθεση ύπαρξης σαφούς «ρήτρας λήξης».

Πίσω από αυτή τη γραμμή διαφαίνεται ότι η εμπειρία της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, όπου τα μέτρα κρίθηκαν «ευρεία και μη στοχευμένα» με υψηλό δημοσιονομικό κόστος, λειτουργεί πλέον ως αρνητικό προηγούμενο. Σήμερα, η δημοσιονομική πειθαρχία αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα, ακόμη και υπό συνθήκες νέου ενεργειακού σοκ.

Έτσι, ενώ τα κράτη-μέλη ήδη κινούνται με εθνικά πακέτα στήριξης, η ευρωπαϊκή απάντηση δείχνει ότι η Κομισιόν δεν είναι έτοιμη για γενναίες αποφάσεις, όπως θα ήταν το «δίχτυ ασφαλείας» της ρήτρας διαφυγής.

Πηγή: ΟΤ