Με δικαιολογίες για το αλαλούμ που δημιουργήθηκε στην – ακατάλληλη, όπως αποδείχθηκε – δικαστική αίθουσα στην Λάρισα, όπου ξεκίνησε, χθες, Δευτέρα, η δίκη για τα Τέμπη, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, επιχείρησε να κατευνάσει την οργή των συγγενών των θυμάτων, αλλά και παραγόντων της δίκης, η οποία, τελικά, αναβλήθηκε για τις 1η Απριλίου.

Ο κ. Φλωρίδης, σχολιάζοντας τα όσα εκτυλίχθηκαν χθες στην Λάρισα, όπου θα ξεκινούσε η δίκη για τα Τέμπη και παρά το γεγονός ότι οι θέσεις που είχαν προβλεφθεί για τους δικηγόρους δεν ανταποκρίνονταν στον πραγματικό αριθμό τους, με αποτέλεσμα αρκετοί να παραμένουν όρθιοι ή ακόμη και να καταλάβουν θέσεις που προορίζονταν για τους… κατηγορούμενους, τόνισε πως η αίθουσα που καταστακεύαστηκε είναι η μεγαλύτερη στην Ελλάδα, αλλά δεν έγινε «σωστή είσοδος» των συντελεστών της δίκης, με αποτέλεσμα να μπουν μέσα άνθρωποι που δεν ήταν δικηγόροι και να καταλάβουν τις θέσεις εκατό δικηγόρων οι οποίοι έμειναν όρθιοι.

«Πήραν τις θέσεις των δικηγόρων» άσχετοι

«Όντως η εικόνα δεν ήταν καλή, παρά το γεγονός ότι έχουμε την υποδομή. Στις δίκες αυτές είναι οι δικαστές, οι κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι. Στην αίθουσα αυτή, στο πρώτο επίπεδο που έχει 312 θέσεις, μπορεί και 330, ο υπολογισμός έγινε με βάση τον αριθμό των δικηγόρων που είχαν δηλώσει παράσταση, ήταν 250, ενώ ξεκίνησαν από 130. Διέθετε 280 θέσεις για δικηγόρους. Στο βαθμό που οι δικηγόροι ήταν 250, θα μπορούσαν στο πάνω μέρος να ήταν και συγγενείς. Και στο κάτω 140. Διεξήχθησαν μεγαλύτερες δίκες από αυτήν», ανέφερε αρχικά, μιλώντας στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα», του ΑΝΤ1,

Και διευκρίνισε πως «έγιναν δύο πράγματα: Με βάση τις ανάγκες της δίκης, αυτό που έπρεπε να γίνει ήταν οι δικαστές να καταλάβουν την έδρα, οι κατηγορούμενοι τις θέσεις τους και, στη συνέχεια, τις δικές τους οι δικηγόροι. Και αφού γίνουν αυτά, τακτοποιούνται και οι υπόλοιποι που έχουν σχέση με τη δίκη. Εγώ μίλησα με τον πρόεδρο της ολομέλειας δικηγορικών συλλόγων, στις θέσεις των δικηγόρων μπήκαν και κάθισαν άνθρωποι που δεν ήταν δικηγόροι», υποστήριξε ο κ. Φλωρίδης, δικαιολογώντας έτσι την αλγεινή εντύπωση που προκάλεσε το στοίβαγμα τόσων ανθρώπων στη δίκη της χρονιάς.

«Στη Χάγη οι αίθουσες είναι λιγότερες»

Όπως είπε, μάλιστα, «μιλάμε για δίκη, όχι για άλλου τύπου εκδήλωση. Δεν είχαμε την σωστή είσοδο των συντελεστών στην αίθουσα με αποτέλεσμα να μπουν άνθρωποι που δεν ήταν δικηγόροι και σχεδόν 100 δικηγόροι δεν είχαν θέσεις να καθίσουν. Οι συγγενείς έχουν την ιδιότητα του μάρτυρα, του ενάγοντος. Πρώτα τακτοποιούνται όλοι όσοι έχουν τη θεσμική ιδιότητα και στη συνέχεια όλοι οι υπόλοιποι», σημείωσε, αφήνοντας δηλαδή τους συγγενείς απ’ έξω…

Για τις προδιαγραφές της αίθουσας, ο υπουργός Δικαιοσύνης είπε πως «η αίθουσα έχει τη δυνατότητα για πάνω από 450 καθίσματα. Είναι τα περισσότερα στη χώρα. Είναι η μεγαλύτερη αίθουσα στη χώρα ή ίση με τη μεγαλύτερη. Στην Αθήνα έχει γίνει μεγαλύτερη δίκη. Γιατί να μην μπορεί να γίνει εκεί; Πείτε ότι τίθεται ερώτημα να μεταφερθεί. Δηλαδή να πάμε σε μικρότερη; Η συντριπτική πλειοψηφία των συγγενών είναι από τη Θεσσαλία. Θα έρθουν να κατοικήσουν στην Αθήνα; Η κάτω αίθουσα που βλέπουν με οθόνες είναι αίθουσα για 140 άτομα με καλύτερη ακουστική από μέσα στην αίθουσα. Αν το θέμα είναι να παρακολουθεί κάποιος τι συμβαίνει, αυτό είναι λυμένο. Αν κάποιος μου βρει στην Ευρώπη μεγαλύτερη αίθουσα από αυτή, να έρθει να μου πει. Στη Χάγη οι θέσεις είναι 250. Και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο 300», ανέφερε χαρακτηριστικά, επιμένοντας στα επιχειρήματα περί μεγάλης αίθουσας.

«Θα παραιτηθείτε;» – «Σέβομαι τους συγγενείς»…

Ο Γιώργος Φλωρίδης απάντησε και στο ερώτημα αν σκοπεύει να παραιτηθεί, όπως ζήτησε με ανάρτησή του, το βράδυ της Δευτέρας, ο Νίκος Πλακιάς: «Δεν θα αντιδικήσω με τους συγγενείς, σέβομαι τους συγγενείς», αρκέστηκε να πει, ενώ άφησε αιχμές κατά της Ζωής Κωνσταντοπούλου, την οποία κατηγόρησε ότι «τραμπουκίζει τους δικαστές» και δεν θέλει να συνεχιστεί η δίκη.

Τέλος, αναφορικά με τα φώτα που αναβόσβηναν στη δικαστική αίθουσα, ο υπουργός Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι «κάποιοι από όλους αυτούς πήγαιναν και κατέβαζαν τους διακόπτες – θα δούμε να τους εντοπίσει η Αστυνομία».