Η αναμέτρηση του Μπρους Λι με τον Τσακ Νόρις στην ταινία The Way of the Dragon (Ο Κίτρινος Πράκτωρ Εναντίον της Μαφίας), κορυφαία στιγμή στην ιστορία του κινηματογράφου πολεμικών τεχνών, είχε παρασκηνιακή δράση, δωροδοκίες και παράνομες λήψεις στην καρδιά της Ρώμης.

Δύο χρόνια κοινής προπόνησης και μια βαθιά, σχεδόν συμβιωτική, σχέση κατέληξαν σε μια χορογραφία 45 ωρών, η οποία εκτελέστηκε υπό την πίεση του χρόνου και του νόμου μέσα στο εμβληματικό Κολοσσαίο.

Πριν ο Τσακ Νόρις γίνει το παγκόσμιο μιμίδιο ανθεκτικότητας και ο Μπρους Λι η απόλυτη μορφή του κουνγκ φου, οι δυο τους χρειάστηκε να παίξουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι με τις ιταλικές αρχές για να χαρίσουν στο κοινό την πιο εμβληματική μονομαχία όλων των εποχών.

Το 1972, ο Μπρους Λι, έχοντας τον πλήρη δημιουργικό έλεγχο της ταινίας The Way of the Dragon, οραματίστηκε μια σύγκρουση πολιτισμών με φόντο τη Ρωμαϊκή Αρένα. Ωστόσο, η κινηματογράφηση στο Κολοσσαίο ήταν αυστηρά απαγορευμένη.

Όταν ο Νόρις ρώτησε ποιος θα κέρδιζε στη μονομαχία στο Κολοσσαίο, η απάντηση του Λι ήταν ξεκάθαρη. «Εγώ κερδίζω, είμαι ο σταρ της ταινίας» είπε

Επιστρατεύοντας τη φιλοσοφία του πως «όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει τρόπος», ο Λι δωροδόκησε Ρωμαίους αξιωματούχους για να επιτρέψουν την είσοδο στο συνεργείο του, με την προϋπόθεση ότι θα εμφανίζονταν ως απλοί τουρίστες.

Οι κάμερες και τα φώτα μεταφέρθηκαν κρυφά σε σακίδια πλάτης, ενώ οι δύο πρωταγωνιστές έπρεπε να ολοκληρώσουν τη σκηνή μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, πριν τους αντιληφθεί η ασφάλεια.

Λόγω του εξαιρετικά περιορισμένου χρόνου και της έντασης της στιγμής, οι υγειονομικοί κανόνες και τα μέτρα ασφαλείας παραμερίστηκαν.

Η μάχη ήταν τόσο γρήγορη και βίαιη που ορισμένα από τα χτυπήματα που κινηματογραφήθηκαν ήταν απολύτως πραγματικά.

«Ο Μπρους ήταν γρήγορος σαν αστραπή, πολύ ευκίνητος και απίστευτα δυνατός για το μέγεθός του», είχε δηλώσει ο Τσακ Νόρις.

Η μάχη τους είναι σχεδόν αυτούσια η λήψη από εκείνη την κρυφή γωνιά του μνημείου, με ελάχιστα πρόσθετα πλάνα από στούντιο του Χονγκ Κονγκ.

Ο Μπρους Λι δεν περιορίστηκε μόνο στη μάχη, αλλά καινοτόμησε και στην τεχνική της λήψης, χρησιμοποιώντας γωνίες φωτισμού που έκαναν τους μαχητές να φαίνονται μεγαλύτεροι από τη ζωή.

Η επιρροή αυτής της ταινίας ήταν τόσο μεγάλη που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιμετώπιζε τις πολεμικές τέχνες, ενώ κινήσεις του Λι, όπως το θρυλικό side kick, υιοθετήθηκαν δεκαετίες μετά από πρωταθλητές του UFC

Όπως κατέληξε ο Τσακ Νόρις, ο Λι δεν πίστευε σε ένα μόνο στιλ, αλλά στη δύναμη της προσαρμοστικότητας—μιας αρετής που τους επέτρεψε να κερδίσουν τη μάχη με το χρόνο και το νόμο στη Ρώμη. Ουσιαστικά ο Λι έκανε πράξη το μάντρα του: «Άδειασε το μυαλό σου, γίνε ρευστός, σαν το νερό».

Η κινηματογραφική αναμέτρηση τους στο Κολοσσαίο παραμένει μέχρι σήμερα το σημείο αναφοράς για τις πολεμικές τέχνες στον κινηματογράφο, όμως η πραγματική σχέση των δύο ανδρών ήταν μια λεπτή ισορροπία σεβασμού και έντονου ανταγωνισμού.

Για το Way of the Dragon, ο Λι δεν αναζητούσε απλώς έναν συμπρωταγωνιστή, αλλά έναν αντίπαλο παγκόσμιας κλάσης που θα μπορούσε να «θυσιάσει» στην οθόνη για να εδραιώσει τη δική του κυριαρχία.

Ήταν μια συνάντηση δύο διαφορετικών κόσμων: από τη μία ο φιλόσοφος μαχητής που ήθελε να ανατρέψει το κατεστημένο του Χόλιγουντ και από την άλλη ο Αμερικανός πρωταθλητής που έκανε το ντεμπούτο του δίπλα σε έναν δάσκαλο.

Η συμμετοχή του Νόρις στην ταινία του 72 είχε προκύψει αιφνίδια, μετά από ένα τηλεφώνημα του Λι στον Νόρις, που τότε κατείχε τον παγκόσμιο τίτλο στο καράτε. Όταν ο Νόρις ρώτησε αστειευόμενος ποιος θα κέρδιζε στη σκηνή της μονομαχίας, η απάντηση του Λι ήταν ξεκάθαρη. «Εγώ κερδίζω, είμαι ο σταρ της ταινίας» του είπε.

Ο Νόρις απάντησε στον Λι πως «θέλει να κερδίσει τον παγκόσμιο πρωταθλητή».

Ο Λι ήθελε πάση θυσία μια σκηνή στο εμβληματικό Κολοσσαίο των μονομάχων, ήθελε μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, με τη μέγιστη δυνατή ένταση και την απόλυτη νίκη δική του

«Όχι, δεν θέλω να τον νικήσω, θέλω να τον σκοτώσω» τον διόρθωσε ο Λι. Ήθελε μια σκηνή με τη μέγιστη δυνατή ένταση, ήθελε να «εξοντώσει» το κύρος του Νόρις για να ανυψώσει τη δική του κινηματογραφική περσόνα.

Ο Μπρους Λι δεν έκρυβε την πίστη στις ικανότητές του, φτάνοντας στο σημείο να δηλώσει το 1970 ότι θα μπορούσε να επιβληθεί επάνω σε πρωταθλητές όπως ο Τσακ Νόρις και ο Μάικ Στόουν με την ευκολία «ενός γονέα προς το παιδί του».

Χρησιμοποιώντας μια παρομοίωση από την Άγρια Δύση, περιέγραφε τον εαυτό του ως «εκείνο τον ήσυχο τύπο που μπαίνει στο σαλούν και βάζει στη θέση του το πιο γρήγορο πιστόλι.

Πολλοί που δεν συμπάθησαν ποτέ την κυριαρχία ενός μετανάστη στον κινηματογράφο πολεμικών τεχνών σχολίασαν τις ατάκες του Λι ως υπεροπτικές, ο Νόρις δεν ήταν ανάμεσα τους. Εκείνος προτίμησε να εστιάσει στην «εκθαμβωτική ευφυΐα και την αστραπιαία ταχύτητα» του Λι», φέρνοντας συχνά σε αμηχανία τους γύρω του.

Παρά τον ανταγωνισμό, ο Νόρις αναγνώριζε στον Λι την ικανότητα και θέληση του να μαθαίνει από τους πάντες, αρνούμενος να εγκλωβιστεί σε ένα μόνο στιλ πολεμικών τεχνών

Ο σεβασμός ήταν αμοιβαίος, καθώς οι δυο τους είχαν περάσει χρόνια προπονούμενοι μαζί στην αυλή του Λι.

Κάποτε, όταν ρώτησαν τον Νόρις αν πίστευε πως θα κέρδιζε τον Λι σε μια πραγματική αναμέτρηση, εκείνος επέλεξε να απαντήσει με τα λόγια του ίδιου του φίλου του.

«Η επίδειξη είναι η ιδέα του ανόητου για τη δόξα».