Για ιστορική δικαστική απόφαση μιλούν η Διεθνής Αμνηστία και το Διεθνές Κονσόρτσιουμ Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ), μετά την καταδίκη των τεσσάρων εμπλεκόμενων στην υπόθεση του Predator. Ωστόσο, επισημαίνουν ότι υπάρχουν ερωτήματα για ενδεχόμενη εμπλοκή της ελληνικής κυβέρνησης στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Άλλωστε δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα για λογαριασμό ποιων έδρασαν στην Ελλάδα.

Επισημαίνουν το γεγονός ότι για πρώτη φορά υπήρξαν συνέπειες για πρόσωπα που εμπλέκονται στην κατάχρηση της τεχνολογίας επιτήρησης. Επίσης ότι η δικαστική απόφαση ανοίγει τον δρόμο για άλλα αδικήματα, μεταξύ των οποίων η κατασκοπεία.

Υπενθυμίζεται ότι οι Γιάννης Λαβράνος, Φέλιξ Μπίτζιος και το ζεύγος Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου καταδικάστηκαν σε 8 χρόνια φυλάκιση ο καθένας, με αναστολή έως την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, χωρίς να τους αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό. Κατηγορούνταν για αδικήματα που αφορούν την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών, παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, κ.λπ.

«Σπάνια λογοδοσία»

Σε δήλωσή της, η Ρεμπέκα Γουάιτ, ερευνήτρια του Εργαστηρίου Ασφαλείας της Διεθνούς Αμνηστίας, είπε αναφερόμενη στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών:

«Σχεδόν τέσσερα χρόνια αφότου το σκάνδαλο “Predatorgate” έπληξε την Ελλάδα, βλέπουμε επιτέλους συνέπειες για όσους εμπλέκονται στην κατάχρηση τεχνολογίας επιτήρησης.

»Η Διεθνής Αμνηστία και άλλοι οργανισμοί έχουν δείξει επανειλημμένα ότι τα προϊόντα της Intellexa έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση θρασύτατων επιθέσεων εναντίον δημοσιογράφων, ακτιβιστών, ακαδημαϊκών και πολιτικών σε όλο τον κόσμο.

»Ελπίζουμε ότι αυτή η ιστορική απόφαση σηματοδοτεί το τέλος της εποχής της ατιμωρησίας για τον κλάδο της επιτήρησης».

Ωστόσο, η Ρεμπέκα Γουάιτ επισημαίνει ότι δεν έχουν απαντηθεί όλα τα κρίσιμα ζητήματα. «Ερωτήματα παραμένουν σχετικά με τον ρόλο της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία έχει αρνηθεί επανειλημμένα την αγορά ή τη χρήση του Predator», σημειώνει.

Και τονίζει ότι «η διαφάνεια είναι κρίσιμο μέρος της λογοδοσίας – όπως και η αποκατάσταση των πολλών θυμάτων των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκαλούνται από την παράνομη χρήση αυτής της τεχνολογίας».

Η Διεθνής Αμνηστία στην ανακοίνωσή της σημειώνει ότι εισαγγελέας ζήτησε έρευνα για τους καταδικασθέντες για κατασκοπεία, καθώς και για τυχόν άλλα άτομα που ενδεχομένως εμπλέκονται στην υπόθεση, επικαλούμενος την πιθανότητα συνεργασίας με ξένες κρατικές δυνάμεις.

«Όταν υπάρχει δίκαιος δικαστής…»

Από την πλευρά του το Διεθνές Κονσόρτσιουμ Ερευνητών Δημοσιογράφων (International Corsortium of Investigative Journalists ή ICIJ) επισημαίνει ότι το spyware του Ταλ Ντίλιαν της Intellexa βοήθησε μερικά από τα πιο βάναυσα καθεστώτα του κόσμου να κατασκοπεύουν δημοσιογράφους και πολιτικούς αντιπάλους.

Και πως τέσσερα στελέχη επιχειρήσεων που συνδέονται με την Intellexa καταδικάστηκαν από ελληνικό δικαστήριο για τη συμμετοχή τους στην παράνομη τηλεφωνική παρακολούθηση υπουργών της κυβέρνησης, στρατιωτικών αξιωματούχων και δημοσιογράφων.

Το ICIJ σημειώνει ότι το ίδιο, το 2023, στο πλαίσιο της έρευνας για το Cyprus Confidential, ανέφερε την πώληση spyware από την Intellexa σε μερικά από τα πιο βάναυσα καθεστώτα του κόσμου. Και πως η Σάρα Χάμου έπαιξε βασικό ρόλο στη δημιουργία μιας βάσης επιχειρήσεων για την εταιρεία στην Κύπρο. Επίσης ότι οι Ντίλιαν, Χάμου και Μπίτζιος τιμωρήθηκαν από την κυβέρνηση των ΗΠΑ τον Μάρτιο και τον Σεπτέμβριο του 2024. Οι κυρώσεις εις βάρος της Χάμου ήρθησαν στα τέλη του 2025.

Το ICIJ σημειώνει ότι, με αφορμή άλλες υποθέσεις παρακολουθήσεων από το Predator σε άλλες χώρες, απευθύνθηκε στο Εργαστήριο Ασφαλείας της Διεθνούς Αμνηστίας.

Πιθανές περαιτέρω διώξεις

Στην Ελλάδα, αναφέρει το ICIJ, οι καταδίκες ενδέχεται επίσης να οδηγήσουν σε περαιτέρω διώξεις εναντίον όσων έπαιξαν ρόλο στο σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών. Επίσης ότι ο εισαγγελέας της υπόθεσης δήλωσε ότι τα στοιχεία δικαιολογούσαν έρευνα για το εάν θα πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες κατασκοπείας στο μέλλον.

Επίσης παραθέτει τη δήλωση του Τζον Σκοτ-Ράιλτον, ανώτερου ερευνητή στο Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, το οποίος συνέβαλε στις έρευνες κατά των spyware. O Σκοτ-Ράιλτον σημείωσε:

«Αυτή είναι η πρώτη φορά που ένα στέλεχος σε μια μισθοφορική εταιρεία κατασκοπείας καταδικάζεται και καταδικάζεται σε φυλάκιση. Αυτό δείχνει πως, όταν όλα τα στοιχεία των επιχειρηματικών μοντέλων των εταιρειών κατασκοπείας φτάσουν ενώπιον ενός δίκαιου κριτή, θα ακολουθήσουν συνέπειες».