Τενεσί Ουίλιαμς: «Πού είναι ο δάσκαλος, πού είναι ο Κάρολος Κουν;»
Ο πόθος ως ο αντίποδας του θανάτου
Σ’ ένα χώρο απόγνωσης, μοναξιάς, πόνου και αγωνίας, μέσα σε αγάλματα από τσιμέντο ευαισθησίας, όλο και περισσότερο, όλο και πιο βαθιά μοιάζει η Αθήνα με σκηνικό του Τένεσι Ουίλιαμς.
Καθόλου τυχαία η επιδρομή του λόγου του, καθόλου τυχαία η βρυκολακιασμένη φωνή του, καθόλου τυχαίο το δάκρυ του, που εκφράζεται με ημιτόνια και σκιές, με πληγωμένο φως, θύτης και θύμα μιας δικής μας μεσογειακής ευαισθησίας. Η τέχνη που βουλιάζει μέσα στο βούρκο της αμάθειας, η ομορφιά που χάνεται μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας, τα όνειρα που μυρίζουν πετρέλαιο και τα δάκρυα που έχουν τη γεύση μιας καφτερής θάλασσας που αγωνίζεται να κρατήσει την καθαρότητά της, δεν εκφράζουν μόνο την αγωνία του περιθωριακού ανθρώπου των γραμμάτων, είναι η πραγματικότητα της καθημερινής μας ζωής.
«ΤΑ ΝΕΑ», 3.12.1988, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Το περιθώριο που του δίνεται τάχατες η ευκαιρία να ακουστεί, το βήμα που του προσφέρεται για να εκφραστεί, δεν είναι παρά η δολοφονία πισώπλατα, και το άλλοθι για να περιδιαβαίνει τα σκοτεινά καλντερίμια του αγοραίου έρωτα, ενέσεις αρρωστημένης ελευθερίας μπογιατισμένης με αίμα και φτηνή καπηλεία, για να γυροφέρνει τα παζάρια της ψευτοκουλτούρας και να δακτυλοδείχνεται μέσα στη δεξίωση του αίσχους και της βλακείας.
Ενώ η Αθήνα της πραγματικότητας περνάει δίπλα μας μέσα στη νύχτα της απόγνωσης, γίνεται θέαμα των ολίγων που έχουν το θάρρος να περπατήσουν πλάι της, να σταματήσουν και να χαζέψουν το λίκνισμα του πόθου της στα στέκια αυτών που γνωρίζουν, ν’ ανοίξουν την πόρτα «μιας Κάντιλακ δύο τετράγωνα μάκρος» για να γελάσουν, να κρύψουν ή να εκφράσουν τα ανέκφραστα.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 15.10.2006, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Κι εμείς δήθεν τα αποδεχόμαστε, δήθεν τα απορρίπτουμε, δήθεν δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε μ’ όλα αυτά, μα στην πραγματικότητα είναι κομμάτι από τη σάρκα μας, ψυχή από την ψυχή μας και τελικά μέσα στην αγωνία μας η φωνή του Τένεσι Ουίλιαμς.
Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε (σ.σ. από τότε που γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε το θεατρικό αριστούργημα του Τενεσί Ουίλιαμς «Λεωφορείον ο Πόθος»). Η ανθρωπότητα έβγαινε μέσα από τα κατάβαθα μιας δολοφονίας. Το πνεύμα έψαχνε απεγνωσμένα μια καινούργια έκφραση όπου η Αθήνα φύσηξε και χάθηκε μέσα στη μουσική του πόνου, ξεχάστηκε, μα ξαναήρθε κι έφυγε αργότερα που μας πλάκωσε η σκλαβιά της επτάχρονης δικτατορίας. Όταν ξανασηκώσαμε το κεφάλι είχαμε πολλά να κάνουμε. Έπρεπε να ξαναρθεί η ώρα της μοναξιάς, να ξανασκύψουμε μέσα μας, να ξεχάσουμε τη συντροφικότητά μας, να μας τάξουν πολλά και να μας προδώσουν ανεπανόρθωτα, για να ξαναθυμηθούμε τη μελωδία και το περίεργο περπάτημα της Μπλανς Ντιμπουά. Έπρεπε να δούμε τη νύχτα της παραποίησης, να νιώσουμε τα φαντάσματα και την ψευδαίσθηση, για ν’ ανοίξουμε ξανά τ’ αυτιά μας και ν’ ακούσουμε τις συγχορδίες της απόγνωσης, να χαμηλώσουμε τα φώτα γύρω μας και να σκεπάσουμε τους γλόμπους με κινέζικα χάρτινα φαναράκια, για να κρατήσουμε μακριά τον τρόμο της καθημερινότητας. Να επιτρέψουμε και πάλι στην όρασή μας να διακρίνει μέσα στις νυχτερινές φωτοσκιάσεις την ευαίσθητη μορφή της παρανοημένης δασκάλας του Μισισιπί. Της δασκάλας που «δεν πρέπει να πειράζει τα παιδιά», της δασκάλας που «εισήγαγε καινά δαιμόνια», της δασκάλας που πήρε το «Λεωφορείον ο Πόθος» γιατί την τρομοκράτησε ο θάνατος που έστησε τσαντίρι στο κατώφλι του σπιτιού της, της δασκάλας που πίστεψε πως ο πόθος είναι ο αντίποδας του θανάτου. Μονάχα που ταξιδεύοντας σ’ ένα τέτοιο Λεωφορείο δεν μπορείς παρά να αλλάξεις και να πάρεις ένα άλλο που λέγεται «νεκροταφεία» —τα αντίθετα βλέπεις συναντώνται— για να κατέβεις στα «Ηλύσια Πεδία» της παράνοιας και του χαμού, που είναι σήμερα η Αθήνα του Σωκράτη. Κι αν κάπου εκεί μέσα στους δρόμους της φιλοδοξίας βρεις το χέρι μιας Αμάντας και μιας Λάουρας, το τριαντάφυλλο στο στήθος της Ιταλίδας μετανάστριας, είναι γιατί τούτες οι μορφές των ημιτονίων και των αποχρώσεων είναι μέσα μας, κάθε μέρα και πιο έντονα αγκαλιάζουν την ψυχή μας, κάθε μέρα και πιο έντονα συντροφεύουν το κρεβάτι της νυκτός μας. Κι έρχονται οι έμποροι της τέχνης ακολουθώντας κατά πόδας τους Φαρισαίους να πουλήσουν τούτη την πραμάτεια μέσα στο ναό της αγωνίας, χωρίς να γνωρίζουν καν το εμπόρευμα! Το εμπόρευμα που είναι σταγόνες αίμα και δάκρυα, στιγμές πόθου και ανταύγειες που λαμπυρίζουν μέσα στη σκέψη του πόνου.
Και απομένουν έκπληκτοι οι άνθρωποι του μεροκάματου να αγωνίζονται να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τι συμβαίνει στην Αθήνα τού σήμερα. Τι είναι όλα αυτά τα θέατρα, τι σημαίνει όλη αυτή η παραποίηση, από πού ξεκινάει όλη αυτή η αδικία;
«Δούλεψα μια ζωή στο εργοστάσιο, έβγαλα τα μάτια μου πάνω στη γραφομηχανή, πέτρωσαν οι ώμοι μου κουβαλώντας αμμοχάλικο στην οικοδομή, για να προσφέρω στα παιδιά μου μια καλύτερη ζωή. Κι αυτά χώνονται μέσα στα υπόγεια της νυκτός και τρυπούν τις φλέβες τους με την προσωρινότητα της φυγής. Σε τι έφταιξα, τι έκανα; Τα παιδιά μου με μισούν! Ποιος φταίει, τι φταίει; Τα παιδιά μου με αγνοούν!»
Και ο Τένεσι Ουίλιαμς μέσα στον τάφο με σπασμένα γυαλιά και μπουκάλια αλκοόλ αγκαλιά, με βρώμικες σύριγγες και χαμένα όνειρα, έρχεται και στήνει το τσαντίρι του μέσα στο κέντρο της Αθήνας. Γελώντας υποχθόνια, μπεκρουλιάζοντας ακατάπαυστα, αναρωτιέται γεμάτος σαρκασμό: «Πού είναι ο δάσκαλος, πού είναι ο Κάρολος Κουν; Εκείνος ο άνθρωπος ο ευαίσθητος, ο παράξενος, είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου προ πολλού. Πού να είναι άραγε; Ήρθα τότε και τον είδα. Ήταν μεγάλος καλλιτέχνης ο Κάρολος Κουν».
*Επιφυλλίδα που είχε συντάξει η σημαντική σκηνοθέτρια Κούλα Αντωνιάδη και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 1988. Ο τίτλος του κειμένου της ήταν ο εξής: «Ο Τένεσι Ουίλιαμς και η τσιμεντένια Αθήνα».
Η Κούλα Αντωνιάδη αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και σπούδασε σκηνοθεσία στο Yale. Συνεργάστηκε ιδιαίτερα με το ΚΘΒΕ, ενώ υπήρξε η πρώτη γυναίκα που σκηνοθέτησε στην Επίδαυρο («Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη, Αύγουστος 1982).
Η Κούλα Αντωνιάδη
Ο μέγας θεατρικός συγγραφέας Τενεσί Ουίλιαμς (Τόμας Λένιερ Ουίλιαμς ήταν το πραγματικό όνομά του) γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου 1911 στο Κολόμπους του Μισισιπή και απεβίωσε τη νύχτα της 24ης προς την 25η Φεβρουαρίου 1983, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου της Νέας Υόρκης.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Τενεσί Ουίλιαμς (στο κέντρο) μαζί με τον Κάρολο Κουν (αριστερά), στην Αθήνα, το 1959 (πηγή: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 10.3.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»).
- Τσουκαλάς: Η κυβέρνηση μετέτρεψε την εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ από μέσο διαλεύκανσης σε μέσο συγκάλυψης
- Μητσοτάκης από τον πλημμυρισμένο Έβρο: Έχουμε τέσσερα χρόνια για να τα κάνουμε αυτά τα έργα
- Η κυβέρνηση Τραμπ μήνυσε τη δημοκρατική κυβερνήτη του Νιού Τζέρσεϊ για «παρεμπόδιση του έργου της ICE»
- «Ήταν μια στιγμή αγριότητας που δεν θέλω να θυμάμαι» λέει ο πρώην πρύτανης ΟΠΑ για την επίθεση του 2020
- “Lenovo Universe”: Ένα event που τα είχε όλα
- Την άμεση προκήρυξη θέσης παιδιάτρου ζητάει η δήμαρχος Σίφνου





