Ο Ίζος μαζί με τους δικούς του που σπάραζαν, έφυγε ένα φριχτό πρωί, ντυμένος και σοβαρός σαν γαμπρός. Στο στήθος του σχεδόν καμάρωνε το κίτρινο άστρο. Ήμουν μαζί του μέχρι που δρασκέλισε το κατώφλι της εξώπορτας. Έξω ούρλιαζε ένα μεγάφωνο: «Προσοχή! Προσοχή! Όλοι οι Εβραίοι…»

Τον άρπαξαν και τον έσυραν στη γραμμή. Κάποιος με τράβηξε δυνατά προς τα μέσα και βρόντηξε σαν οριστικά, όπως στις κηδείες, την πόρτα. Ένας θεός ξέρει τι μπορούσες να πάθεις εκείνη την ώρα, αν από λάθος κι εσένα σε άρπαζαν ή σ’ έβλεπαν αγκαλιασμένο μ’ έναν Εβραίο.

Αμέσως μετά, όλη η πολυκατοικία σφούγγισε τα δάκρυά της, ανέβηκε αγκομαχώντας στο δεύτερο πάτωμα και ρίχτηκε σαν υπνωτισμένη στα υπάρχοντα των Εβραίων. Το πλούσιο σπιτικό τους βούλιαζε από ρούχα και έπιπλα. Οι Γερμανοί, βέβαια, απειλούσαν με θάνατο όποιον έπαιρνε ή άρπαζε εβραίικες περιουσίες, μα κανένας σχεδόν δε θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή τη θυροκολλημένη διαταγή. Έξω, ακόμα τους μέτραγαν, φώναζαν τα ονόματά τους, τους κλωτσούσαν· μέσα, το σπίτι τους ξεγυμνωνόταν με θαυμαστό πράγματι θάρρος και επιτηδειότητα. Το ίδιο φαντάζομαι θα συνέβαινε και στα άλλα σπίτια του γκέτο μας. Δεν αποκλείεται μάλιστα οι Εβραίοι να έβλεπαν μέσα στην παραζάλη τους το άρπαγμα των υπαρχόντων τους. Ιδίως όταν τραβολογιόντουσαν οι κουρτίνες — αυτό πρέπει να φαινόταν απ’ το δρόμο…

(«Το κρεβάτι», Η σαρκοφάγος, «Ερμής», Αθήνα, 1971)


Παρομοιάζω το σώμα μου με την πόλη αυτή — είναι, άλλωστε, η γενέτειρά μου και προς αυτήν πάντοτε κατατείνω. Τόσο τυραννικά διακατέχομαι, ώστε, πράγμα αστείο ίσως, νιώθω καμιά φορά να χαράζεται η τοπογραφία της απάνω μου, με τα σημάδια της, τα σχήματα και τα χρώματά της. Μεγάλο Καράμπουρνου, ας πούμε, είναι σε όλο της το μεγαλείο η μύτη μου, Μικρό Καράμπουρνου, Καραμπουρνάκι, το επίμονο πηγούνι μου. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ τους στίχους «Πέρα στο Καραμπουρνάκι, είχα ένα νταλγκαδάκι», που έμελπε (σ.σ. τραγουδούσε) ο θεόπνευστος ποιητής μας. Ελπίζω να μην εννοούσε το πηγούνι μου, αν και όλα να τα περιμένεις.

(«Με τα σημάδια της απάνω μου», Το δικό μας αίμα, «Ερμής», Αθήνα, 1978)


Σκέφτομαι τον πατέρα μου, τις στρατιές των μουντζούρηδων συντρόφων του, τις γυναίκες, ιδίως τις γριές, που έρρευαν (σ.σ. καταβάλλονταν, εξαντλούνταν, εξασθενούσαν) μέσα στα ανήλιαγα δωμάτια πλέκοντας ή μπαλώνοντας κάλτσες, θεωρώντας μεγάλη περιουσία ακόμα και το πενηντάλεπτο. Σκέφτομαι όλους εκείνους τους άκρας τιμιότητας ανθρώπους, που αγνοούσαν τι θα πει συκοφαντία, πλεκτάνη, βρωμιά, και ζηλοφθονία ακόμα, και που για να παρηγορηθούν στη ζωή έπαιρναν κουράγιο από τους θανάτους και τις αρρώστιες των πλουσίων και των δυνατών. Αυτούς που «αγανακτούσαν», όπως οι ίδιοι έλεγαν, απ’ τη δουλειά, μα πέρασαν τόσο πικρά, τόσο περιορισμένα τη ζωή τους — δεν τους χαρίστηκε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε δραχμή και το θεώρησαν πολύ φυσικό αυτό.

Τους σκέφτομαι και τους ντρέπομαι. Τίποτε δεν έχουμε κάνει γι’ αυτούς και τις κακοπάθειές τους. Και θαρρώ πως έτσι θα μείνει το πράγμα. Δεν υπάρχει πια κανείς που θα ήθελε να φέρει σε κάποια ισορροπία την κατάσταση, να επιβάλει, επιτέλους, κάποια ποινή, μια μικρή σκληρή δικαιοσύνη.

Άλλωστε, σήμερα οι παρατάξεις αυτές που επαγγέλλονται την κοινωνική δικαιοσύνη, και που έκαμναν τους μάρτυρες αυτούς —και τους άλλους— να είναι πλημμυρισμένοι οράματα και ελπίδες, εκτός του ότι έχουν γίνει από το φριχτό λέγε λέγε ολότελα κατειργασμένες και φυσικά αγνώριστες, έχουν κατά μέγα μέρος τους καταληφθεί από αυτούς ακριβώς τους άεργους, τους πλούσιους, τους αργόσχολους, τους ως επί το πλείστον ψυχοπαθείς, που κόβουν μ’ απλοχεριά κι εδώ τα μεγάλα λόγια τους. Τι δουλειά μπορεί να έχουμε εμείς μ’ αυτούς τους ανθρώπους;

(«Σκέφτομαι τον πατέρα μου», Εφήβων και μη, «Κέδρος», Αθήνα, 1982)


Αλλά όλα πια σε έσπρωχναν προς την πεζογραφία, το σύνθετο εκείνο πεζό που ονειρευόσουν. Το καλοκαίρι στις διακοπές εξομολογήθηκες την απόφασή σου στον «έμπιστό» σου ποιητή της Θεσσαλονίκης (σ.σ. στον Ντίνο Χριστιανόπουλο). Κάγχασε όσο μπορούσε πιο χλευαστικά και δογμάτισε: «Εσύ δεν είσαι για πεζογραφία. Περιορίσου στο καλύβι σου και άσε τα τσιλιμπουρδίσματα». Ήταν και γραφικός… Εσύ όμως μόλις γύρισες από τις διακοπές στρώθηκες στο γράψιμο. Δεν είχες, βέβαια, γραφείο και έγραφες στα γόνατα. Καθόσουν στο κρεβάτι, ακουμπούσες στα γόνατά σου ένα χαρτοφύλακα, που σου είχαν χαρίσει οι μαθητές στα Τρίκαλα. Εκεί επάνω, κατά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 1961, έγραψες τα πρώτα πεζά σου και μάλιστα με την ακόλουθη σειρά: «Οι κότες», «Τα λαϊκά σινεμά», «Ο φόβος του ύψους». Ήταν τόσο πιεσμένα μέσα σου όλα αυτά, ώστε κάθε φορά που στρωνόσουν έβγαινε κι από ένα. Και ήταν από την αρχή τέλεια. Αλλά η υποψία σου για το γρήγορο γράψιμο σε έκαμνε να τα βλέπεις και να τα ξαναβλέπεις επί ημέρες, ώσπου να βεβαιωθείς ότι δεν είχες διαπράξει καμιά ελαφρότητα. Τα αντέγραψες και τα έστειλες στον «έμπιστό» σου στη Θεσσαλονίκη, μια και δεν είχες φροντίσει για άλλο παράθυρο προς τη δημοσιότητα. Σου απάντησε γρήγορα και με ενθουσιασμό, είναι η αλήθεια. Θα τα έβαζε στην επόμενη «Διαγώνιο». Αναγνώρισε ίσως έτσι έμπρακτα το σφάλμα του. Αλλά εσύ δεν είχες ανάγκη να σε βεβαιώσει κανείς ότι κάνεις κάτι στη λογοτεχνία. Και ούτε την έλαβες πια ποτέ. Έβλεπες, ένιωθες με όλους σου τους πόρους, ότι είχες βρει το δρόμο σου. Ένιωθες μια γαλήνη, μια σιγουριά, μια συγκρατημένη μα σταθερή διάθεση να ξαναπείς τα πράγματα με το νέο τρόπο σου, που ήταν ολότελα δικός σου. Για πρώτη σου φορά ένιωθες σε τέτοιο βαθμό αυτό που διάβαζες να λένε άλλοι, ξένοι ιδίως. Το ξαλάφρωμα, τη λύτρωση από το γράψιμο της λογοτεχνίας. Και μπορείς να πεις ότι αυτό το αίσθημα της γαλήνης, της σιγουριάς και της αρμονίας δε σε εγκατέλειψε από τότε.

(«Εις εαυτόν», Η πρωτεύουσα των προσφύγων, «Κέδρος», Αθήνα, 1984)


Μεσημέρι Σαββάτου, στις 16 Φεβρουαρίου 1985, απεβίωσε στην Αθήνα ο σημαντικός λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου, σε ηλικία μόλις 58 ετών.


Ο Γιώργος Ιωάννου (αρχικά Γιώργος Σορολόπης), τέκνο προσφυγικής οικογένειας (ο πατέρας του, ο μηχανοδηγός Ιωάννης Σορολόπης, καταγόταν από τη Ραιδεστό της Προποντίδας και η μητέρα του, Αθανασία Καραγιάννη, από την Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης), είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη το Νοέμβριο του 1927.


Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και δίδαξε ως φιλόλογος σε διάφορα σχολεία της χώρας και στη Λιβύη.


Καταπιάστηκε με την πεζογραφία, την ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο, το χρονογράφημα, τις μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων και τη λαογραφία.


Ο Γιώργος Ιωάννου τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1979 για Το δικό μας αίμα.