Αν ο Travis Bickle ήταν πραγματικός και ζούσε σήμερα, δεν θα ήταν ταξιτζής, αλλά πιθανότατα θα καθόταν στο υπόγειο των γονιών του, εξερευνώντας τα σκοτεινά, μισογυνιστικά βάθη του διαδικτύου. «Τους αποκαλούμε πλέον incel», αναλογίζεται ο Πολ Σρέιντερ, ο οποίος έγραψε το σενάριο για την ταινία Taxi Driver (Ο Ταξιτζής) που κυκλοφόρησε πριν από 50 χρόνια. «Το «incel» δεν ήταν λέξη εκείνη την εποχή, αλλά είναι αυτοί οι τύποι που είναι μοναχικοί, που θεωρούν τον εαυτό τους ανίκανο να έρθει σε επαφή με γυναίκες, έχουν καταπιεσμένη οργή και μνησικακία και φαντάζονται κάποιο είδος ένδοξης, υπερβατικής μεταμόρφωσης μέσω της βίας».

Το σύνδρομο του σωτήρα

Η ταινία, σε σκηνοθεσία του Μάρτιν Σκορσέζε και με πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζόντι Φόστερ, Χάρβεϊ Κέιτελ και Σίμπιλ Σέπαρντ, είναι ένα αριστούργημα της αστικής αποξένωσης.

Ακολουθεί τον Μπικλ, έναν μοναχικό, ψυχικά ασταθή βετεράνο του πολέμου του Βιετνάμ που εργάζεται ως ταξιτζής στη Νέα Υόρκη και ο οποίος, ενοχλημένος από το έγκλημα, τη διαφθορά και την ηθική παρακμή που βλέπει γύρω του, αναπτύσσει ένα επικίνδυνο σύνδρομο σωτήρα.

Ο Μπικλ αφηγείται: «Όλα τα ζώα βγαίνουν τη νύχτα: πόρνες, σκύλες, πούστηδες, αδερφές, ομοφυλόφιλοι, ναρκομανείς, τοξικομανείς – άρρωστοι, διεφθαρμένοι. Κάποια μέρα, θα έρθει μια πραγματική βροχή και θα ξεπλύνει όλα αυτά τα αποβράσματα από τους δρόμους».

«Έχασα τη δουλειά μου, άφησα τη γυναίκα μου, άφησα το κορίτσι για το οποίο άφησα τη γυναίκα μου, δεν είχα πού να μείνω, έπινα πολύ, ζούσα στο αυτοκίνητό μου και είχα ένα όπλο μέσα στο αυτοκίνητο. Αυτό συνεχίστηκε για μερικές εβδομάδες» θυμάται ο 79χρονος Πολ Σρέιντερ

«Έπινα πολύ…»

Μεγαλωμένος στο Grand Rapids του Μίσιγκαν, σε μια οικογένεια Καλβινιστών, ο Πολ Σρέιντερ δεν είδε ταινία μέχρι τα 17 του. Στη συνέχεια, έγινε κριτικός κινηματογράφου και προστατευόμενος της βετεράνας σινεκριτικού Πωλίν Κάελ, του περιοδικού New Yorker.

Αλλά στα 26 του πέρασε μια δύσκολη περίοδο και έγραψε το Taxi Driver ως μια μορφή αυτοθεραπείας.

«Έχασα τη δουλειά μου, άφησα τη γυναίκα μου, άφησα το κορίτσι για το οποίο άφησα τη γυναίκα μου, δεν είχα πού να μείνω, έπινα πολύ, ζούσα στο αυτοκίνητό μου και είχα ένα όπλο μέσα στο αυτοκίνητο. Αυτό συνεχίστηκε για μερικές εβδομάδες» θυμάται ο 79χρονος στον Guardian.

Το αιμορραγικό έλκος

Σύχναζε σε κινηματογράφους για ενήλικες στη Νέα Υόρκη, επειδή ήταν ανοιχτοί μέρα και νύχτα. «Μπορούσες να κοιμηθείς τέσσερις ή πέντε ώρες στο μπαλκόνι των παλιών πορνογραφικών κινηματογράφων. Περιστασιακά σε ξυπνούσαν οι άνθρωποι γύρω σου, αλλά μπορούσες να κοιμηθείς μερικές ώρες με αυτόν τον τρόπο».

Μια μέρα ο Σρέιντερ ένιωσε πόνο στο στομάχι, πήγε στα επείγοντα και διαγνώστηκε με αιμορραγικό έλκος. Ήταν 26 ετών.

«Στο νοσοκομείο μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα ενός ταξί και είπα “αυτός είμαι εγώ, είμαι αυτό το παιδί που είναι κλειδωμένο σε αυτό το κίτρινο κουτί που επιπλέει στον υπόνομο, που μοιάζει να είναι περιτριγυρισμένο από κόσμο ενώ είναι εντελώς μόνο».

«Ενώ οι άλλοι άνθρωποι εκείνη την εποχή συνέδεαν τους ταξιτζήδες με τον φλύαρο, φιλικό τους κουνιάδο, εγώ είδα στο Taxi Driver την καρδιά και την ψυχή του Υπόγειου Ανθρώπου του Ντοστογιέφσκι».

Από το σκοτάδι στο φως

Πριν αρχίσει να γράφει, ο Σρέιντερ ξαναδιάβασε τα έργα του Ζαν-Πολ Σαρτρ και του Αλμπέρ Καμύ. «Ήθελα να πάρω αυτόν τον χαρακτήρα, που υπήρχε στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική λογοτεχνία – τον υπόγειο άνθρωπο, τον υπαρξιακό ήρωα – και να τον μεταφέρω στον κινηματογράφο».

Έγραψε το πρώτο προσχέδιο σε μόλις 10 ημέρες. «Έγραψα ένα προσχέδιο και αμέσως άρχισα να το ξαναγράφω. Έπρεπε να εξορκίσω αυτόν τον χαρακτήρα. Αν δεν έγραφα για αυτόν, φοβόμουν ότι θα γινόμουν αυτός».

Μια από τις πολλές αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας είναι αυτή όπου ο Μπικλ, με το κεφάλι του ξυρισμένο σε μοϊκάνα, παρευρίσκεται σε μια πολιτική συγκέντρωση με σκοπό να δολοφονήσει έναν υποψήφιο πρόεδρο.

Ωστόσο, πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας εντοπίζουν τον Μπικλ να βάζει το χέρι του μέσα στο σακάκι του και τον πλησιάζουν, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια καταδίωξη.

H ειρωνεία του να γίνεις διάσημος

Έμπνευση για αυτή τη σκηνή ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου Τζέραλντ Φορντ από τη Σάρα Τζέιν Μουρ, στο Σαν Φρανσίσκο, τον Σεπτέμβριο του 1975. «Πυροβόλησε τον Τζέραλντ Φορντ. Αστόχησε και την επόμενη εβδομάδα βρέθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Newsweek.

»Τότε είπα: “Σε αυτό έχει καταντήσει η κουλτούρα μας; Πυροβολείς τον πρόεδρο, αστοχείς και τώρα είσαι στο εξώφυλλο του μεγαλύτερου περιοδικού της χώρας”. Από εκεί προέρχεται το πρόωρο τέλος του Taxi Driver -η ειρωνεία του να γίνεις διάσημος».

Ο Σρέιντερ πρόσφερε το σενάριο στον σκηνοθέτη Μπράιαν Ντε Πάλμα, ο οποίος το έδωσε στον Σκορσέζε, ο οποίος αμέσως πίστεψε σε αυτό και μάλιστα είδε κάτι από τον εαυτό του στον υπόγειο άνθρωπο.

Ποιος, λοιπόν, θα υποδυόταν τον Μπικλ; Ο Χάρβεϊ Κέιτελ ήταν το πρώτο φαβορί. Ο Σρέιντερ λέει: «Ο Μπομπ [Ρόμπερτ Ντε Νίρο] είχε παίξει στο Mean Streets, αλλά ο Μάρτι είχε παλιότερη σχέση με τον Χάρβεϊ. Είχα εμπλέξει τους συν-παραγωγούς Τζούλια και Μάικλ Φίλιπς. Μας έδειξε ένα πρώιμο μοντάζ του Mean Streets. Η Τζούλια και εγώ βγήκαμε έξω, κοιταχτήκαμε και είπαμε με μια φωνή “Δεν είναι ο Χάρβεϊ, είναι ο Μπομπ”. Ο Μάρτι αναγνώρισε ότι αυτό ήταν αλήθεια, αλλά απέκτησε ένα μικρό πρόβλημα με το τι να κάνει με τον Χάρβεϊ».

Ο λευκός και οι μαύροι

Ο Σρέιντερ, ο Σκορσέζε και ο Ντε Νίρο δεν μίλησαν πολύ για τον Μπικλ πριν από την παραγωγή. Δεν χρειαζόταν. «Όλοι γνωρίζαμε αυτό το παιδί», λέει ο Σρέιντερ.

Ο Σρέιντερ αρχικά έγραψε τον χαρακτήρα του Σπορτ, ενός νταβατζή, ως μαύρο για να αντικατοπτρίσει αυτό που είχε παρατηρήσει στους δρόμους. Ωστόσο, τα στελέχη της Columbia Pictures απαίτησαν να αλλάξει ο ρόλος σε λευκό, φοβούμενοι ότι ένας λευκός πρωταγωνιστής που σκοτώνει μόνο μαύρους στην τελική συμπλοκή θα προκαλούσε ταραχές και θα δημιουργούσε ευθύνες.

«Είχα γράψει τον νταβατζή μαύρο επειδή ο Μπικλ είναι ρατσιστικός χαρακτήρας και σκοτώνει μαύρους. Το στούντιο είπε: “Αν σκοτώνει μόνο μαύρους, θα υπάρξει βία στην αίθουσα”. Τότε ξαφνικά υπήρξε ένας ρόλος για τον Χάρβεϊ».

Μια από τις πολλές αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας είναι αυτή όπου ο Μπικλ, με το κεφάλι του ξυρισμένο σε μοϊκάνα, παρευρίσκεται σε μια πολιτική συγκέντρωση με σκοπό να δολοφονήσει έναν υποψήφιο πρόεδρο

Κι άλλος αυτοσχεδιασμός

Ο Καϊτέλ ζήτησε από τον Σρέιντερ να βρει έναν πραγματικό λευκό νταβατζή για να διαμορφώσει τον χαρακτήρα. «Ποτέ δεν βρήκα τον Μεγάλο Λευκό Νταβατζή», παραδέχεται ο Σρέιντερ, αλλά ο Κάιτελ δέχτηκε τον ρόλο ούτως ή άλλως.

Η Τζούντι Φόστερ, μόλις 12 ετών, επιλέχθηκε για τον ρόλο της νεαρής Ίρις, θύμα του sex trafficking και στάθηκε στο ύψος της όταν αυτή και ο Ντε Νίρο αυτοσχεδίασαν τον διάλογο.

Απαιτήθηκε περισσότερη δυνατότητα αυτοσχεδιασμού όταν ο Μπικλ κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και φαντάζεται μια αντιπαράθεση. Ο Σρέιντερ εξηγεί: «Στο σενάριο αναφερόταν ότι παίρνει το όπλο, παίζει με αυτό στον καθρέφτη, το στρέφει προς τον καθρέφτη, προσποιείται ότι πυροβολεί, μιλάει στον εαυτό του.

«Are You Talking to Me?»

«“Τι λέει στον εαυτό του;” με ρώτησε ο Μπόμπι. “Ποια θα ήταν η ατάκα;”. Εγώ απάντησα: “Είναι σαν όταν είσαι οκτώ χρονών και παίζεις τον καουμπόι, πυροβολείς στον καθρέφτη και λες: “Σε πέτυχα! Είμαι πιο γρήγορος από σένα!” Κάτι τέτοιο».

Όταν έφτασε η στιγμή, ο Ντε Νίρο σκέφτηκε μια ατάκα που έμεινε στην ιστορία: «Σε μένα μιλάς;» (Are You Talking to Me?). Το 2016, σε μια προβολή του Taxi Driver στο φεστιβάλ ταινιών Tribeca στη Νέα Υόρκη, είπε στους θαυμαστές του: «Κάθε μέρα, για 40 γ@μημένα χρόνια, τουλάχιστον ένας από σας έρχεται και μου λέει – τι νομίζετε – “Σε μένα μιλάς;”».

Για να πετύχει την κατάταξη R* χωρίς να κόψει σκηνές, ο Σκορσέζε αποχρωμάτισε το χρώμα της τελικής ανταλλαγής πυροβολισμών, μετατρέποντας το έντονο κόκκινο του αίματος σε ένα «ταμπλόιντ» καφέ. Επίσης ζωτικής σημασίας ήταν η μουσική επένδυση του συνθέτη Μπέρναρντ Χέρμαν, ο οποίος ολοκλήρωσε τις ηχογραφήσεις λίγες ώρες πριν από το θάνατό του.

(*Η κατάταξη R στις ΗΠΑ σημαίνει ότι κανένας κάτω των 17 δεν μπορεί να εισέλθει χωρίς ενήλικα).

«Σαν να βρισκόμαστε σε ρωμαϊκό τσίρκο»

Το Taxi Driver κυκλοφόρησε στις 8 Φεβρουαρίου 1976. Ο Σρέιντερ θυμάται ότι μίλησε με κάποιον από την Columbia Pictures που πίστευε ότι η ταινία θα ήταν αποτυχία, αλλά ο ίδιος ένιωθε πιο αισιόδοξος.

«Βάλαμε ένα στοίχημα 20 δολαρίων και, την ημέρα που έκανε πρεμιέρα στο Coronet, πήγα εκεί. Ήθελα να είμαι την πρώτη μέρα, στην πρώτη προβολή. Ήταν σχεδόν έτοιμο να ξεκινήσει και παρατήρησα ότι γύρω από το θέατρο υπήρχε μια ουρά και σκέφτηκα: “Γαμώτο, είχαν κάποιο πρόβλημα και δεν αφήνουν τον κόσμο να μπει”.

»Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η ουρά για την προβολή δύο ώρες αργότερα. Ακριβώς τη στιγμή που μπήκα, εμφανίστηκαν οι λέξεις Taxi Driver με τη μουσική και το κοινό χειροκρότησε. Αυτή ήταν η πρώτη προβολή στη Νέα Υόρκη, οπότε όλα αυτά τα σχόλια τελικά είχαν κάνει το θόρυβο που θέλαμε».

Η πρεμιέρα της ταινίας στο φεστιβάλ των Καννών το 1976 προκάλεσε αποδοκιμασίες και κάποιες αποχωρήσεις. Ο θεατρικός συγγραφέας Τενεσί Ουίλιαμς, ο τότε πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, δήλωσε: «Οι ταινίες δεν πρέπει να απολαμβάνουν με ηδονή το αίμα και να επιμένουν σε φρικτές σκληρότητες σαν να βρισκόμαστε σε ρωμαϊκό τσίρκο».

Ανθρωποφοβία και γαλλικά

Η Τζούντι Φόστερ θυμάται ότι, εκτός από μια συνέντευξη Τύπου, ο Σκορσέζε και ο Ντε Νίρο κλείστηκαν στα δωμάτιά τους στο ξενοδοχείο, φοβούμενοι ότι όλοι θα μισούσαν την ταινία. Έτσι, η νεαρή Φόστερ, που μιλούσε γαλλικά, ανέλαβε να δώσει τις συνεντεύξεις στα ΜΜΕ. Ωστόσο, το Taxi Driver κέρδισε το κορυφαίο βραβείο των Καννών, τον Χρυσό Φοίνικα.

Επίσης, άγγιξε την καρδιά των Χόλντεν Κόλφιλντ* αυτού του κόσμου – νεαρών ανδρών γεμάτων μνησικακία, θυμό, αυτοαπέχθεια και ανικανότητα να συνδεθούν με τους άλλους.

(*Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας στα έργα του συγγραφέα Τζέι Ντι Σάλιντζερ. Είναι πιο διάσημος για την εμφάνισή του ως αντιήρωας πρωταγωνιστής και αφηγητής του μυθιστορήματος του 1951 The Catcher in the Rye).

Η ταύτιση των παιδιών του δρόμου

Ο Σρέιντερ λέει: «Χτύπησε στο κέντρο του zeitgeist, αλλά δεν μπορείς να το προγραμματίσεις αυτό. Είτε θα συμβεί είτε όχι. Θυμάμαι μια μέρα που μπήκα στο γραφείο μου και η γραμματέας μου είπε: “Μην πας εκεί μέσα”. Εγώ ρώτησα: “Γιατί όχι;”. Και εκείνη απάντησε: “Είναι ένα από αυτά τα παιδιά”.

»Έτσι μπήκα μέσα και βρήκα ένα παιδί που είχε πηδήξει τον φράχτη και είχε έρθει στο γραφείο μου. Τον ρώτησα τι ήθελε. Μου είπε: “Πώς μάθατε για εμάς;”. Έλεγξα γρήγορα αν είχε όπλο και του είπα: “Τι εννοείς;”. Μου είπε: “Αυτή η ταινία, το Taxi Driver – ποιος σας είπε για μένα;”.

»Του είπα: “Ειλικρινά, κανείς δεν μου έχει μιλήσει για εσάς. Είστε πολύ περισσότεροι από ό,τι νομίζετε”. Τότε του είπα: «Έχεις πάει ποτέ σε κινηματογραφικό στούντιο; Λοιπόν, ας πάρουμε ένα golf car και θα σου δείξω τα κινηματογραφικά σκηνικά”. Εκείνος απάντησε: “Ω, αυτό θα ήταν τέλειο”. Πήγαμε με το golf car και ένας φρουρός ασφαλείας ήρθε και μου είπε: “Κύριε Σρέιντερ, σας χρειάζονται πίσω. Προσοχή, ε;”».

Οι παράπλευρες απώλειες

Ο εισβολέας στο γραφείο του Σρέιντερ δεν ήταν ο μόνος που πήρε προσωπικά το Taxi Driver. Τον Μάρτιο του 1981, ο Τζον Χίνκλεϊ, που είχε εμμονή με την ταινία και παρακολουθούσε τη Φόστερ, προσπάθησε να δολοφονήσει τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρίγκαν σε μια προσπάθεια να την εντυπωσιάσει.

Η Φόστερ εκτέθηκε σε έντονη, ανεπιθύμητη δημοσιότητα από τα μέσα ενημέρωσης εκείνη την εποχή και αρνήθηκε συστηματικά να σχολιάσει δημοσίως το περιστατικό.

Χρόνια αργότερα, όπως αφηγείται ο Σρέιντερ, ο Ντε Νίρο ρώτησε αν μπορούσαν να επαναφέρουν τον Μπικλ σε μια συνέχεια. «Είπα: “Μπομπ, πρώτα απ’ όλα είναι νεκρός, αλλά αν δεν ήταν νεκρός, δεν θα οδηγούσε πια ταξί. Θα καθόταν στην καλύβα του, στη Μοντάνα, και θα έβαζε βόμβες και θα τον έλεγαν Τεντ Καζίνσκι*”».

(*Ο Τεντ Καζίνσκι, επίσης γνωστός ως Unabomber, ήταν Αμερικανός περιβαλλοντολόγος και εξτρεμιστής, πρώην καθηγητής μαθηματικών και αναρχικός συγγραφέας).

Σημείο καμπής

Αυτή η πολιτιστική συνάφεια βοηθά να εξηγηθεί γιατί το Taxi Driver έχει αντέξει για 50 χρόνια και αναμφίβολα θα αντέξει για άλλα 50. Ο Σρέιντερ αναλογίζεται: «Κάθε γενιά το ανακαλύπτει. Όταν κάποιος έρχεται και μου λέει, “Το Taxi Driver άλλαξε τη ζωή μου”, πάντα του απαντώ, “Άσε με να μαντέψω, το είδες όταν ήσουν 15”, και μου απαντά, “Πώς το ξέρεις;”».

Παρά την σύγχρονη απήχησή του, το Taxi Driver αποτελεί επίσης μια πολύτιμη χρονοκάψουλα από μια Αμερική απογοητευμένη από το σκάνδαλο Watergate και τον πόλεμο του Βιετνάμ. Είναι ένα πορτρέτο μιας πόλης – της Νέας Υόρκης με το υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας και τους απατεώνες που σχεδόν χρεοκόπησε το 1975 – αλλά και ένα πορτρέτο μιας εποχής.

Ο Ρίτσαρντ Μπρόντι, κριτικός κινηματογράφου στο New Yorker, σχολιάζει: « Για μένα, η πιο ισχυρή εμπειρία του Taxi Driver δεν είναι το να το ξαναβλέπω, αλλά το να το έχω δει σχεδόν την εποχή που ήμουν έφηβος και να νιώθω ότι είχε συγκεντρώσει όλη την τρέλα της εποχής σε αυτή την ταινία – ένα είδος ρεκβιέμ για την πολιτική και κοινωνική φρενίτιδα του τέλους της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της δεκαετίας του ’70, που μέχρι τη στιγμή της δημιουργίας του Taxi Driver είχαν μετατραπεί σε μια ακαθόριστη αλλά σοβαρή κρίση.

»Όταν είδα το Taxi Driver, μου έδωσε την αίσθηση ότι ο Σκορσέζε ένιωθε ένα σημείο καμπής. Ένιωθε ότι τα παλιά δεσμά είχαν σπάσει και ότι οι ασταθείς, απρόβλεπτες ενέργειες τώρα είχαν απελευθερωθεί».

*Με στοιχεία από theguardian.com