του Παναγιώτη Δημόπουλου*

Το 2015 η διεθνής κοινότητα έθεσε ως στόχο να διατηρηθεί η παγκόσμια άνοδος της θερμοκρασίας κάτω από 1,5 βαθμούς Κελσίου (°C). Σε λιγότερο από μια 10ετία αργότερα, τον ξεπεράσαμε. Το 2024, ο πλανήτης έφτασε σε ετήσιο μέσο όρο περίπου 1,6°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Κλιματικής Αλλαγής Copernicus.

Η κλιματική αλλαγή έχει σημαντική επίδραση στην ένταση και σφοδρότητα των βροχοπτώσεων στην Ελλάδα, καθιστώντας τις φυσικές καταστροφές, όπως είναι οι πλημμύρες, οι κατολισθήσεις και οι ξηρασίες, πιο συχνές και πιο καταστροφικές.

Η ανθρωπογενής υπερθέρμανση του πλανήτη αυξάνει την πιθανότητα έντονων βροχοπτώσεων έως και 10 φορές σε περιοχές όπως η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Τουρκία, ενώ η βροχή μπορεί να είναι έως και 40% πιο έντονη, λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Ανθρώπινοι παράγοντες όπως η υπερβολική δόμηση, η αποψίλωση δασών και η κακή διαχείριση των υδάτων ανατροφοδοτούν και επιδεινώνουν τις συνέπειες.

Σε πολλές περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης, με συνδυασμό πλημμυρών και πυρκαγιών να καταστρέφει γεωργικές εκτάσεις και φυσικά οικοσυστήματα, αλλά και αστικές περιοχές.

Σύμφωνα με προβλέψεις βασισμένες σε σενάρια της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (Intergovernmental Panel on Climate Change) η Ελλάδα θα γίνει θερμότερη και ξηρότερη με:

•⁠ ⁠μέση αύξηση θερμοκρασίας 2-3,4°C έως το 2050-2065,

•⁠ ⁠μείωση συνολικών βροχοπτώσεων κατά 10-30%,

•⁠ ⁠αύξηση ξηρασιών, αλλά και

•⁠ ⁠ένταση των ακραίων φαινομένων βροχής αυξάνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών.

Η προσαρμογή (adaptation) στην κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα θα πρέπει να εστιάζει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε ακραία φαινόμενα, όπως έντονες βροχοπτώσεις/πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασίες, καύσωνες που γίνονται συχνότερα και εντονότερα.

Στη φύση δεν υπάρχουν όρια τεχνητά ή νοητά όπως είναι τα όρια των δήμων, η των περιφερειών (ή και των χωρών), αλλά μόνο φυσιογραφικά χαρακτηριστικά (ποτάμια, ρέματα, χείμαρροι, λόφοι, βουνά) η διαχείριση των οποίων πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ενιαίας προσέγγισης.

Η φύση δεν αντιλαμβάνεται τις αρμοδιότητες και τους ρόλους των διαφορετικών φορέων του κεντρικού κράτους, της περιφερειακής και της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα όρια τους, την επικάλυψη τους, τους αλληλοσυγκρουόμενους πολλές φορές ρόλους σε χωρικό επίπεδο και φυσικό αντικείμενο.

Είναι ανάγκη να προχωρήσουμε:

•⁠ ⁠Σε αλλαγή μοντέλου – αλλαγή παραδείγματος με υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου πλέγματος πολιτικών και τομεακών δράσεων που όμως θα εφαρμόζεται στην πράξη και δεν θα υπάρχει μόνο σε θεωρητικά κείμενα εθνικών στρατηγικών.

•⁠ ⁠Σε ενσωμάτωση της προσαρμογής σε βραχυπρόθεσμες κλιματικές διακυμάνσεις και ακραία περιστατικά ως βασικό στοιχείο μετριασμού των μέσο- και μακροπρόθεσμων κλιματικών συνθηκών.

•⁠ ⁠Στη δημιουργία Συστήματος Περιβαλλοντικής και Κλιματικής Διακυβέρνησης για τη διαχείριση κινδύνων, αειφορίας και φυσικού περιβάλλοντος.

Αν δεν τα καταφέρουμε άμεσα (και αυτό φαίνεται μέχρι σήμερα να ισχύει στην πράξη), σε κάθε πλημμύρα, σε κάθε πυρκαγιά θα συζητάμε για λίγες μέρες, θα θρηνούμε θύματα, θα διαχέουμε τις διαχρονικές ευθύνες σε κυβερνήσεις, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους εμπλεκόμενους φορείς, θα δαπανούμε δισεκατομμύρια για την αποκατάσταση των ζημιών και αποζημιώσεις από τις κλιματικές καταστροφές και μετά θα επιστρέφουμε στη συνηθισμένη μας πρακτική (business as usual).

Ενώ ταυτόχρονα, θα συνεχίζουμε να αφήνουμε σε δεύτερη μοίρα τις απαιτούμενες προληπτικές δαπάνες για τις ανάγκες της προσαρμογής και μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, όπως είναι η καλύτερη διαχείριση των υδατικών πόρων, οι πράσινες υποδομές και ο ολοκληρωμένος χωροταξικός σχεδιασμός.

Για την αντιμετώπιση, προτείνονται άμεσα μέτρα όπως η ενίσχυση των δασών, η βελτίωση του συστήματος αποχετεύσεων και η μετάβαση σε βιώσιμες πρακτικές, ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι σε ένα όλο και πιο ασταθές κλίμα.

«Το πρόβλημα είναι ότι το κλίμα αλλάζει, με τις καταστροφές να γίνονται ολοένα και πιο συχνές και έντονες, επειδή εμείς δεν αλλάζουμε».

*Ο Παναγιώτης Δημόπουλος είναι καθηγητής Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών και γραμματέας του τομέα Περιβάλλοντος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής