Η Παλμαρόλα δεν έχει πόλη, ούτε δρόμους. Δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα, δεν διαθέτει σήμα κινητής τηλεφωνία, δεν έχει λιμάνι. Ο μόνος τρόπος για να φτάσει κανείς στο νησί είναι με μικρό σκάφος από την Πόντσα, που απέχει οκτώ χιλιόμετρα απέναντι στην Τυρρηνική Θάλασσα.

Κι όμως, αυτό το παραδεισένιο νησί βρίσκεται δυτικά της Ρώμης, αρκετά κοντά ώστε να μπορεί κανείς να το επισκεφθεί σε μια ημερήσια εκδρομή, αλλά και αρκετά μακριά ώστε η κίνηση, ο κόσμος και η συνεχής δραστηριότητα της ιταλικής πρωτεύουσας να μοιάζουν με έναν άλλο πλανήτη.

Αυτό που προσελκύει όσους κάνουν το ταξίδι δεν είναι η υποδομή ή η άνεση, αλλά η απουσία και των δύο. Η Παλμαρόλα υψώνεται απότομα από το νερό, με ηφαιστειακούς βράχους, θαλάσσιες σπηλιές και στενούς κολπίσκους. Υπάρχει μόνο μία παραλία, ένα δίκτυο μονοπατιών που οδηγούν στο εσωτερικό του νησιού και ελάχιστα σημάδια σύγχρονης ανάπτυξης.

Για να φτάσετε στο νησί από τη Ρώμη, πρέπει να πάρετε το τρένο για το λιμάνι του Ανζίο, το φέριμποτ για την Πόντσα και στη συνέχεια να διαπραγματευτείτε με έναν ψαρά ή ιδιοκτήτη ιδιωτικού σκάφους για τη μεταφορά σας και προς τις δύο κατευθύνσεις. Χωρίς μόνιμους κατοίκους, η Παλμαρόλα είναι ένας προορισμός που διαμορφώνεται περισσότερο από τον καιρό, τη γεωλογία και τις εποχές παρά από τον τουρισμό.

Υπάρχει ένα και μοναδικό εστιατόριο, το οποίο σερβίρει φρέσκο ψάρι και νοικιάζει έναν περιορισμένο αριθμό απλών δωματίων, σκαμμένων σε παλιές σπηλιές ψαράδων κατά μήκος των βράχων.

Οι επισκέπτες κάνουν κράτηση μήνες πριν και διαμένουν με πλήρη διατροφή, με τις τιμές των δωματίων να ξεκινούν από 150 ευρώ τη βραδιά.

Μιλώντας στο CNN, η Μαρία Αντρεΐνι, 44χρονη τηλεργαζόμενη στον τομέα της πληροφορικής από το Τρεβίζο της βόρειας Ιταλίας, λέει ότι επισκέπτεται κάθε καλοκαίρι την Παλμαρόλα με τον σύζυγό της, Μάριο, διευθυντή τράπεζας, και τον 15χρονο γιο τους, Πατρίτσιο.

«Υπάρχουν τόσα πολλά και τόσα λίγα να κάνουμε», λέει. «Περνάμε τις μέρες μας κάνοντας καταδύσεις και ηλιοθεραπεία στην παραλία μπροστά από το εστιατόριο, που είναι στρωμένη με ροζ κοραλλιογενή βότσαλα. Τη νύχτα ξαπλώνουμε στην παραλία και κοιτάζουμε τα αστέρια, περπατάμε με φακούς. Την αυγή, οι ιδιοκτήτες μάς ξυπνούν για να μας πάνε σε μια πεζοπορία στην ψηλότερη κορυφή του νησιού, ώστε να θαυμάσουμε την ανατολή του ηλίου. Είναι εκπληκτικό».

Μονοπάτια οδηγούν από την παραλία προς το εσωτερικό του νησιού, ανηφορίζοντας προς τα ερείπια ενός μεσαιωνικού μοναστηριού και τα απομεινάρια ενός προϊστορικού οικισμού.

«Για δείπνο τρώμε φρέσκο ψάρι κατευθείαν από το δίχτυ. Για μια ολόκληρη εβδομάδα, νιώθουμε σαν να ζούμε μια πρωτόγονη, ναυαγική εμπειρία, σαν να είμαστε η οικογένεια Φλίντστοουνς σε διακοπές», λέει, συμβουλεύοντας τους επισκέπτες να φέρουν μαζί τους μποτάκια πεζοπορίας, εκτός από ρούχα παραλίας.

Η Μαρία Αντρεΐνι υποστηρίζει ότι έχει ταξιδέψει πολύ —μεταξύ άλλων και στις Μαλδίβες— αλλά θεωρεί την Παλμαρόλα ασύγκριτη. Το τοπίο της είναι «μαγευτικό».

Πέρα από την κεντρική παραλία, η ακτογραμμή του νησιού εξερευνάται καλύτερα με βάρκα. Τα μόνα ζώα που είναι πιθανό να συναντήσουν οι επισκέπτες στην ξηρά είναι άγριες κατσίκες, οι οποίες βρίσκουν καταφύγιο ανάμεσα στους χαμηλούς φοίνικες που δίνουν το όνομά τους στο νησί.

«Είναι ένα ταξίδι πίσω στην προϊστορική εποχή, όταν οι άνθρωποι των σπηλαίων συνέρρεαν εδώ αναζητώντας τον πολύτιμο μαύρο οψιδιανό λίθο, που είναι ακόμη ορατός στις μαύρες ραβδώσεις του βράχου, και τον χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν όπλα και σκεύη», λέει στο CNN ο τοπικός ιστορικός Σιλβέριο Καπόνε. «Από τότε, το τοπίο έχει αλλάξει ελάχιστα».

Ο Καπόνε ζει στην Πόντσα, το πλησιέστερο νησί και σημείο αναχώρησης για την Παλμαρόλα, την οποία επισκέπτεται τακτικά, μερικές φορές αφήνοντας τον έφηβο γιο του για ένα σαββατοκύριακο άγριας κατασκήνωσης με τους φίλους του. Λέει ότι το νησί παρέμεινε για πολύ καιρό ακατοίκητο.

«Η Παλμαρόλα ήταν πάντα ένα έρημο νησί, και αυτό είναι που την κάνει ξεχωριστή», λέει. «Οι αρχαίοι Ρωμαίοι τη χρησιμοποιούσαν ως στρατηγικό ναυτικό παρατηρητήριο στην Τυρρηνική Θάλασσα για τον αυτοκρατορικό τους στόλο, αλλά ποτέ δεν την αποίκισαν».

Ένα μικρό λευκό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Σιλβέριο στέκεται στην κορυφή ενός βράχου. Ο Σιλβέριος, πάπας του 6ου αιώνα, εξορίστηκε στην Παλμαρόλα και πιστεύεται ότι πέθανε εκεί.

Ο θρύλος λέει ότι ναυτικοί που πιάστηκαν σε καταιγίδες και προσευχήθηκαν στον Άγιο Σιλβέριο σώθηκαν. «Μια εμφάνιση του αγίου, που αναδύθηκε από τα νερά, τους έσωσε, οδηγώντας τους με ασφάλεια πίσω στην Παλμαρόλα, όπου επέζησαν για εβδομάδες στα καταφύγια των σπηλαίων», λέει ο Καπόνε.