Με αφορμή την πρώτη δημοσίευση κριτικής για το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού, από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, θυμόμαστε τον Ύμνο εις την Ελευθερία. Οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος σε μουσική του Νικόλαου Μάντζαρου αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γνώρισε ευρεία απήχηση και διάδοση. Οι δυνατές εικόνες που περιέχονται τον ανέδειξαν από πολύ νωρίς στη συνείδηση του απλού λαού ως Εθνικό Ύμνο.

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία» γράφτηκε στη Ζάκυνθο από τον Διονύσιο Σολωμό όταν εκείνος ήταν 25 χρονών το Μάιο το 1823, μια περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επανάστασης. Στην αρχή το ποίημα γράφτηκε στα ιταλικά και ύστερα και στα ελληνικά. Χάρις τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» ο Σολωμός αναγνωρίστηκε ενόσω βρισκόταν ακόμη εν ζωή από τον απλό λαό ως εθνικός ποιητής.

«…Δε θέλω να περάσει κανενός από το μυαλό πως την ώρα που νικούν οι δικοί μας στο Μαραθώνα, εγώ κάθομαι και τραγουδώ για ένα βοσκόπουλο…» (Ο θάνατος του βοσκού), έγραφε στον φίλο του Γεώργιο Δε Ρώσση την ίδια εποχή ο Σολωμός, επηρεασμένος από την ατμόσφαιρα της εποχής.

Τα μέρη του έργου

Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» συνδυάζει στοιχεία ρομαντισμού και κλασικισμού ενώ αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές σε μέτρο τροχαϊκό με εναλλαγές επτασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του, το ποίημα, μπορεί να χωριστεί στα εξής μέρη:

  • Προοίμιο (στρ. 1-34). Ο ποιητής παρουσιάζει τη θεά ελευθερία, θυμίζει τα περασμένα μαρτύρια του Ελληνισμού, την εξέγερση των σκλάβων, τη χαρά του Ελληνισμού, την έχθρα των Ευρωπαίων ηγεμόνων και την περιφρονητική αδιαφορία των Ελλήνων για τα φιλοτουρκικά αισθήματά τους.
  • Η περιγραφή της Μάχης της Τριπολιτσάς (στρ. 35-74).
  • Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια (στρ. 75-87).
  • Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου στα 1822 και ο πνιγμός των Τούρκων στον ποταμό Αχελώο (στρ. 88-122).
  • Τα πολεμικά κατορθώματα στη θάλασσα, η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας κοντά στην Τένεδο και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε’. (στρ. 123-138).
  • Επίλογος (στρ. 139-158). Ο ποιητής συμβουλεύει τους αγωνιστές να απαλλαγούν από τη διχόνοια και προτρέπει τους δυνατούς της Ευρώπης να αφήσουν την Ελλάδα να ελευθερωθεί (Γιάννης Ν. Παππάς: «Για να γνωρίσουμε το Σολωμό», εκδ. Μεταίχμιο).

Ένα χρόνο αργότερα το ποίημα, ξεπέρασε τα σύνορα της Ζακύνθου, και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Ιάκωβου Μάγερ, «Ελληνικά Χρόνια» στο Μεσολόγγι. Το 1824 ένα μέρος του μεταφράστηκε στα αγγλικά και ολόκληρο στα γαλλικά. Μέσα στον επόμενο χρόνο ακολούθησαν και άλλες δημοσιεύσεις, ενώ στις 21 Οκτωβρίου του 1825 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», που εκδιδόταν στο Ναύπλιο, η πρώτη κριτική του ποιήματος από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Μάλιστα, η παράδοση λέει πως, όταν ο ποιητής ολοκλήρωσε το ποίημα, ο Σπυρίδων Τρικούπης ταξίδεψε στο Μεσολόγγι για να το δείξει στο Λόρδο Μπάιρον, ο οποίος όμως μόλις είχε πεθάνει. Σύμφωνα με τον Τρικούπη «Η Ελλάδα περίμενε το Δάντη της».

Η σύνθεση

Την μελοποίηση του ποιήματος ανέλαβε ο Νικόλαος Μάντζαρος. Ο Κερκυραίος συνθέτης ασχολήθηκε λεπτομερώς με το έργο του Διονύσιου Σολωμού καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του σε διάφορες χρονικές περιόδους. Η πρώτη μελοποίηση του έργου, έγινε την περίοδο μεταξύ, 1828 και 1830, για τετράφωνη ανδρική χορωδία και πιάνο αποτελούμενη από 24 μέρη. Η εκδοχή αυτή ακουγόταν με ενθουσιασμό σε εθνικές εορτές στα Επτάνησα.

Τη σύνθεση αυτή ο Μάντζαρος  την επεξεργάστηκε ξανά το 1837 και το 1840 επιφέροντας αρκετές αλλαγές.

Η δεύτερη μελοποίηση του «Ύμνου εις την Ελευθερία» παρουσιάζει μια ανεπτυγμένη αντίστιξη και αποτελείται από 46 μέρη.

Τη σύνθεση αυτή αφιέρωσε στο Βασιλιά Όθωνα το Δεκέμβριο του 1844, με την ελπίδα να γίνει «εθνικό άσμα» της χώρας και κανείς πέραν του Διονυσίου Σολωμού δε γνώριζε την ύπαρξή της, ενώ αποτελεί τη μοναδική ολοκληρωμένη σύνθεση του Μάντζαρου για τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», καθώς όλες οι άλλες παρέμειναν ανολοκλήρωτες.

Μέχρι τότε ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας ήταν ο Βαυαρικός (η γνωστή μελωδία του Χάιντν, που σήμερα είναι ο εθνικός ύμνος της Γερμανίας και της Αυστρίας). Το έργο έγινε δεκτό μόνο ως σύνθεση και βραβεύτηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.

Εγινε εμβατήριο

Το 1861 ο Υπουργός Στρατιωτικών ζήτησε από το Μάντζαρο να συνθέσει ένα ρυθμό εμβατηρίου με βάση τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Ο συνθέτης αποδεχόμενος την πρόταση του Υπουργού μετέβαλε το ρυθμό του Ύμνου σε ρυθμό εμβατηρίου. Αργότερα, ο Καστέλλης Μαργαρίτης συνταγματάρχης εν αποστρατεία, τέως διευθυντής του Μουσικού Σώματος Στρατού και Γενικός Επιθεωρητής της Στρατιωτικής Μουσικής εναρμόνισε τον Εθνικό Ύμνο για μπάντα. Η μεταγραφή αυτή ακολουθείται ως σήμερα από τις στρατιωτικές μπάντες.

Το 1865, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στην Κέρκυρα, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’, άκουσε την εκδοχή της σύνθεσης του Μάντζαρου για ορχήστρα πνευστών από την μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρίας Κέρκυρας και του έκανε εντύπωση.

Ακολούθησε το Βασιλικό Διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1865, που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και εντελλόταν η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης, ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία.

Από τότε ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, μελοποιημένος από τον Νικόλαο Μάντζαρο, θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Από τις 18 Νοεμβρίου 1966 με την απόφαση 6133 του υπουργικού συμβουλίου καθιερώθηκε και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr