Οι ειδικοί σε θέματα δημόσιας υγείας εκτιμούν ότι περίπου το 70% των 7,9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο θα πρέπει να εμβολιαστούν πλήρως για να λήξει η πανδημία της COVID-19.

Ωστόσο, μέχρι τις 21 Ιουνίου 2021, είχε εμβολιαστεί πλήρως μόνο το 10,04% του παγκόσμιου πληθυσμού, η πλειοψηφία του οποίου προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από πλούσιες χώρες. Στον αντίποδα, μόνο το 0,9% των ανθρώπων σε χώρες με χαμηλό εισόδημα έχει λάβει τουλάχιστον μία δόση.

Η Maria De Jesus είναι ερευνήτρια της παγκόσμιας υγείας, με ειδίκευση στις ανισότητες της υγειονομικής περίθαλψης. Χρησιμοποιώντας ένα σύνολο δεδομένων σχετικά με τη διανομή εμβολίων, που συνέταξε το Launch and Scale Speedometer του Global Health Innovation Center του Πανεπιστημίου Duke στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανέλυσε τις επιπτώσεις του παγκόσμιου χάσματος πρόσβασης των πολιτών στα εμβόλια, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο «The Conversation».

Μια παγκόσμια κρίση υγείας

Σύμφωνα με την επιστήμονα, το πρόβλημα δεν είναι η προμήθεια, αλλά η διανομή. Πολλές πλούσιες χώρες αγόρασαν πολύ περισσότερες δόσεις εμβολίων κατά της COVID-19 από ό,τι χρειάζονταν.

«Οι αναλύσεις μου καταδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, έχουν προμηθευτεί 1,2 δισεκατομμύρια δόσεις εμβολίου, ή 3,7 δόσεις ανά άτομο. Ο Καναδάς έχει παραγγείλει 381 εκατομμύρια δόσεις – κάθε Καναδός θα μπορούσε να εμβολιαστεί πέντε φορές με τις δύο δόσεις που απαιτούνται», επισημαίνει η Maria De Jesus.

Συνολικά, οι χώρες που αντιπροσωπεύουν μόλις το ένα έβδομο του παγκόσμιου πληθυσμού είχαν δεσμεύσει περισσότερα από τα μισά από όλα τα διαθέσιμα εμβόλια μέχρι τον Ιούνιο του 2021. Αυτό έχει καταστήσει πολύ δύσκολο για τις υπόλοιπες χώρες να προμηθευτούν δόσεις, είτε απευθείας, είτε μέσω του COVAX, της παγκόσμιας πρωτοβουλίας που δημιουργήθηκε για να επιτρέψει στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος να έχουν ισότιμη πρόσβαση στα εμβόλια COVID-19.

Το Μπενίν, για παράδειγμα, έχει προμηθευτεί περίπου 203.000 δόσεις του κινεζικού εμβολίου Sinovac – αρκετές για τον πλήρη εμβολιασμό του 1% του πληθυσμού του.

Η Ονδούρα, βασιζόμενη κυρίως στο AstraZeneca, έχει προμηθευτεί περίπου 1,4 εκατομμύρια δόσεις. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να εμβολιάσει πλήρως το 7% του πληθυσμού της.

Σε αυτές τις χώρες, ακόμη και οι εργαζόμενοι στην πρώτη γραμμή της υγείας δεν έχουν εμβολιαστεί ακόμη. Η Αϊτή έχει λάβει περίπου 461.500 δόσεις εμβολίου COVID-19 από δωρεές.

Ακόμα και αν οι χώρες με χαμηλότερο εισόδημα λάβουν αρκετές δόσεις για να εμβολιάσουν έως και το 20% του πληθυσμού τους, δεν θα μπορούσαν να θέσουν υπό έλεγχο τη μετάδοση της COVID-19 σε αυτά τα μέρη.

Το κόστος της έλλειψης συνεργασίας

Πέρυσι, ερευνητές του Πανεπιστημίου Northeastern στις ΗΠΑ μοντελοποίησαν δύο στρατηγικές εμβολιασμού. Οι αριθμητικές προσομοιώσεις τους έδειξαν ότι το 61% των θανάτων παγκοσμίως θα είχε αποφευχθεί εάν οι χώρες συνεργάζονταν για την εφαρμογή ενός δίκαιου παγκόσμιου σχεδίου διανομής εμβολίων, σε σύγκριση με το 33% στην περίπτωση που οι χώρες υψηλού εισοδήματος αγόραζαν πρώτες τα εμβόλια.

Με λίγα λόγια, όταν οι χώρες συνεργάζονται, οι θάνατοι από COVID-19 μειώνονται περίπου στο μισό. Η πρόσβαση στα εμβόλια είναι άνιση και εντός των χωρών, ειδικά εκεί όπου ήδη υπάρχει σοβαρή ανισότητα.

Στη Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός της ελάχιστης μειοψηφίας των ανθρώπων που έχουν εμβολιαστεί είναι πολιτικοί ηγέτες, μεγαλοεπιχειρηματίες και όσοι έχουν τα μέσα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό για να εμβολιαστούν.

Αυτό εδραιώνει ευρύτερες υγειονομικές και κοινωνικές ανισότητες, τονίζει η επιστήμονας. Το αποτέλεσμα, προς το παρόν, είναι δύο ξεχωριστές και άνισες κοινωνίες, στις οποίες μόνο οι πλούσιοι προστατεύονται από μια καταστροφική ασθένεια που συνεχίζει να ρημάζει όσους δεν έχουν πρόσβαση στο εμβόλιο.

Επανάληψη των λανθασμένων χειρισμών του AIDS;

Στη δεκαετία του 1990, η ανάπτυξη αποτελεσματικών αντιρετροϊκών φαρμάκων για τον ιό HIV/AIDS έσωσε εκατομμύρια ζωές σε χώρες υψηλού εισοδήματος. Ωστόσο, περίπου το 90% των φτωχών του πλανήτη που ζούσαν με τον ιό HIV δεν είχαν πρόσβαση σε αυτά τα φάρμακα.

Ανησυχώντας για την υπονόμευση των αγορών τους στις χώρες υψηλού εισοδήματος, οι φαρμακευτικές εταιρείες που παρήγαγαν αντιρετροϊκά φάρμακα, όπως η Burroughs Wellcome, υιοθέτησαν διεθνώς σταθερές τιμές. Η αζιδοθυμιδίνη, το πρώτο φάρμακο για την καταπολέμηση του HIV, κόστιζε τότε περίπου 8.000 δολάρια το χρόνο – πάνω από 19.000 σημερινά δολάρια.

Αυτό ουσιαστικά σήμαινε ότι οι χώρες της υποσαχάριας Αφρικής – όπου ήταν το επίκεντρο της επιδημίας – δεν είχαν πρόσβαση στα αποτελεσματικά φάρμακα κατά του HIV/AIDS.

Μέχρι το 2000, 22 εκατομμύρια άνθρωποι στην υποσαχάρια Αφρική ζούσαν με τον ιό HIV και το AIDS ήταν η κύρια αιτία θανάτου στην περιοχή.

Ένα 9χρονο κορίτσι στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής προσεύχεται, πριν πάρει τη φαρμακευτική της αγωγή για τον HIV, το 2002

«Η ιστορία σίγουρα θα μας κρίνει αυστηρά, αν δεν ανταποκριθούμε με όλη την ενέργεια και τους πόρους που μπορούμε να διαθέσουμε για την καταπολέμηση του HIV/AIDS», είχε δηλώσει ο Νέλσον Μαντέλα το 2004.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες άρχισαν να δωρίζουν αντιρετροϊκά φάρμακα σε χώρες που τα είχαν ανάγκη και να επιτρέπουν στις τοπικές επιχειρήσεις να παρασκευάζουν γενόσημες εκδόσεις τους, παρέχοντας μαζική, χαμηλού κόστους πρόσβαση σε φτωχές χώρες που είχαν πληγεί σε μεγάλο βαθμό.

Δημιουργήθηκαν νέοι παγκόσμιοι οργανισμοί, όπως το Παγκόσμιο Ταμείο για την Καταπολέμηση του AIDS, της Φυματίωσης και της Ελονοσίας, για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων υγείας σε φτωχές χώρες.

Πιεζόμενες από τους ακτιβιστές, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες υψηλού εισοδήματος, δαπάνησαν δισεκατομμύρια δολάρια για την έρευνα, την ανάπτυξη και τη διανομή προσιτών θεραπειών για τον HIV σε όλο τον κόσμο.

Χρειάστηκε πάνω από μια δεκαετία μετά την ανάπτυξη των αντιρετροϊκών φαρμάκων και εκατομμύρια θάνατοι, για να καταστήσουν οι πλούσιες χώρες αυτά τα σωτήρια φάρμακα καθολικά διαθέσιμα.

Κανείς δεν είναι ασφαλής μέχρι να είναι όλοι ασφαλείς

Δεκαπέντε μήνες μετά την έναρξη της σημερινής πανδημίας, οι πλούσιες χώρες αρχίζουν να αναλαμβάνουν κάποια ευθύνη για την ενίσχυση των παγκόσμιων ποσοστών εμβολιασμού.

Οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας δεσμεύτηκαν πρόσφατα να δωρίσουν συνολικά ένα δισεκατομμύριο δόσεις εμβολίων κατά της COVID-19 σε φτωχότερες χώρες.

Δεν είναι ακόμη σαφές πώς θα μπορέσουν να εμβολιάσουν όλο τον κόσμο έως το τέλος του 2022 ή αν οι χώρες θα λάβουν αρκετές δόσεις ώστε να εμβολιάσουν πλήρως αρκετούς ανθρώπους για να ελεγχθεί η εξάπλωση του ιού. Ωστόσο, ο στόχος αυτός δεν θα σώσει τους ανθρώπους στον αναπτυσσόμενο κόσμο, που πεθαίνουν από COVID-19 σε αριθμό ρεκόρ, από τη Βραζιλία έως την Ινδία.

Η επιδημία του HIV/AIDS δείχνει ότι ο τερματισμός της πανδημίας του κοροναϊού θα απαιτήσει, πρώτα, να δοθεί προτεραιότητα στην πρόσβαση στα εμβόλια κατά της COVID-19. Στη συνέχεια, τα πλούσια έθνη θα πρέπει να συνεργαστούν με άλλες χώρες, για να δημιουργήσουν την υποδομή παραγωγής εμβολίων, αυξάνοντας την παραγωγή παγκοσμίως.

Τέλος, οι φτωχότερες χώρες χρειάζονται περισσότερη χρηματοδότηση για τα συστήματα  δημόσιας υγείας τους και την αγορά εμβολίων. Οι πλούσιες χώρες και ομάδες, όπως η G-7, μπορούν να παράσχουν αυτή τη χρηματοδότηση.

Οι δράσεις αυτές ωφελούν και τις πλούσιες χώρες. Όσο ο κόσμος έχει ανεμβολίαστους πληθυσμούς, η COVID-19 θα συνεχίσει να εξαπλώνεται και να μεταλλάσσεται και να εμφανίζει και άλλες παραλλαγές.

Όπως ανέφερε σε δήλωσή της η UNICEF, το Μάιο του 2021: «Στον αλληλοεξαρτώμενο κόσμο μας, κανείς δεν είναι ασφαλής μέχρι να είναι όλοι ασφαλείς».

Πηγή: The Conversation

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο