Το 2011 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το annus mirabilis της κοινωνικής και πολιτική διαμαρτυρίας. Πώς αλλιώς να περιγραφεί μια χρονιά που περιλάμβανε τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις που συνηθίσαμε να περιγράφουμε (πιθανώς αρκετά απλουστευτικά) ως «Αραβική Άνοιξη», το κίνημα των Indignados στο Ισπανικό κράτος, το μεγάλο κίνημα των «Πλατειών» στην Ελλάδα, το Occupy! στις ΗΠΑ αλλά και έναν μεγάλο αριθμό μικρότερων και μεγαλύτερων κινητοποιήσεων σε διάφορες χώρες. Ήταν ως εάν ο πλανήτης να έμπαινε σε έναν «εξεγερσιακό κύκλο» που έκανε τη φιγούρα του διαδηλωτή να είναι η πιο αναγνωρίσιμη παγκοσμίως.

Παρότι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, ως προς τα αιτήματα, την κοινωνική σύνθεση, τη ιστορία που συγκεφαλαίωναν, εντούτοις όλες αυτές οι κινητοποιήσεις είχαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Ήταν κινητοποιήσεις που δεν είχαν έρθει ως αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας κάποιων οργανωμένων πολιτικών χώρων, ακόμη και εάν πολιτικά ρεύματα θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη, τον λόγο και την αιτηματολογία τους. Παρότι στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιδίως για την γρήγορη διάδοση των καλεσμάτων, εντούτοις το βασικό στοιχείο τους ήταν η επίμονη διάθεση επανοικειοποίησης του δημόσιου χώρου, «κατάληψης» των πλατειών και των ανοιχτών χώρων και επανεκκίνησης μιας συλλογικής συζήτησης. Αυτοί οι δημόσιοι χώροι και η δυνατότητα παραμονής (σε 24ωρη βάση) σε αυτούς, ώστε να συνεχίζεται και η διαμαρτυρία και η συλλογική συζήτηση, ήταν και το βασικό επίδικο στην αντιπαράθεση με τις δυνάμεις καταστολής που θα προσπαθήσουν να «ανακαταλάβουν» αυτούς τους χώρους, πυροδοτώντας μερικές από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις που γνώρισαν  οι αντίστοιχες πόλεις.

Το δημοκρατικό αίτημα

Κομβική πλευρά του λόγου που προσπάθησαν να αρθρώσουν αυτά τα κινήματα, μέσα στα διαφορετικά συγκείμενα στα οποία αρθρώθηκαν, ήταν ένα αίτημα δημοκρατίας (εξ ου και η απήχηση των συνθημάτων περί «πραγματικής δημοκρατίας»), όχι με την έννοια της κοινοβουλευτικής ανάδειξης (και επικύρωσης) αλλά της πραγματικής συμμετοχής στη διαδικασία της απόφασης. Παρότι εντός των ίδιων των κινητοποιήσεων (των «πρωτοποριών» που παρέμεναν διαρκώς στους δημόσιους χώρους και διαχειρίζονταν τις υποδομές των κινημάτων) ήταν ιδιαίτερα έντονη μια τάση προς τη δημοκρατία ως διαρκή διαβούλευση με ορίζοντα την ομοθυμία, εντούτοις στα ίδια τα αιτήματα των κινητοποιήσεων μπορούσε να διακρίνει κανείς κατεξοχήν μια ανανεωμένη απαίτηση για λαϊκή κυριαρχία. Αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στον ευρωπαϊκό Νότο, που εκτός όλων των άλλων αντιμετώπιζε και όλα τα προβλήματα που προέκυπταν από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δοκίμαζε μέσα από μηχανισμούς όπως τα «Μνημόνια» να ενεργοποιήσει πλήρως το στοιχείο της μειωμένης κυριαρχίας που είναι, με έναν τρόπο, καταστατική πλευρά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αυτό το αίτημα δημοκρατίας δεν αναφερόταν μόνο στην απαίτηση να έχει λόγο η κοινωνία σε όσα την αφορούσαν. Σε μεγάλο βαθμό αποτύπωνε την άρνηση των δομικών μορφών ανισότητας που οι προηγούμενες δεκαετίες, που σφραγίστηκαν από αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «νεοφιλελευθερισμό», είχαν παροξύνει. Και μπορεί ένα σύνθημα όπως το «Είμαστε το 99%» να φαντάζει κάπως απλουστευτικό – το ανώτερο οικονομικά 1% έχει και ένα ευρύτερο φάσμα κοινωνικών στηριγμάτων – όμως συγκεφαλαίωνε μία πραγματικότητα όπου η μεγάλη πλειοψηφία των κοινωνιών, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην οικονομική δραστηριότητα ως εργαζόμενοι (ως στρώματα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο «πωλούν την εργασιακή τους δύναμη») αρνιόταν και την άνιση κατανομή του πλούτου, αλλά – και ίσως κυρίως – την άνιση κατανομή της πραγματικής ισχύος και της ικανότητας απόφασης. Αυτό έδινε στο δημοκρατικό αίτημα ένα πολύ πιο ριζοσπαστικό περιεχόμενο και το μετέτρεπε σε συνολικότερη αμφισβήτηση ενός ολόκληρου κοινωνικο-οικονομικού παραδείγματος.

Τα κινήματα αυτά επέδειξαν δυσπιστία απέναντι στις παραδοσιακές μορφές πολιτικής όπως και τις διαθέσιμες εκδοχές κομματικής εκπροσώπησης. Αυτό είχε να κάνει με το γεγονός ότι οι κομματικές δομές δύσκολα μπορούσαν να χωρέσουν την αντίληψη μιας οριζόντιας δημοκρατίας στηριγμένης σε πρωτότυπους κανόνες ισηγορίας και ίσης εκπροσώπησης. Η αδυναμία αυτή άμεσης και «οργανικής» πολιτικής «μετάφρασης» αυτών των κινημάτων ήταν βασική πλευρά της δυσκολίας τους να αρθρώσουν μια ηγεμονική πρακτική που να μετατρέπει τα αιτήματα σε συγκεκριμένες εναλλακτικές ιστορικές αφηγήσεις για κάθε χώρα. Ταυτόχρονα, άφησε το περιθώριο ώστε να αναδυθούν πολιτικά ρεύματα που είτε προϋπήρχαν είτε εμφανίστηκαν και τα οποία θα δοκιμάσουν να εκπροσωπήσουν τη δυναμική αυτών των κινημάτων. Το γεγονός ότι ιδίως στον ευρωπαϊκό Νότο, με συμβολική συμπύκνωση το καλοκαίρι του 2015, αυτές οι πολιτικές εκπροσωπήσεις απέτυχαν να επιδείξουν πραγματική μετασχηματιστική δυναμική και επάρκεια ως προς την «τεχνική της ρήξης», ως ένα βαθμό έχει να κάνει και με τον τρόπο που δεν μπόρεσαν να συμπυκνώσουν το πραγματικό βάθος της κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής που τις έφερε στο προσκήνιο.

Ξαναφτιάχνοντας τον λαό

Ως ένα βαθμό, αυτό που μπορούσε να παρακολουθήσει κάποιος σε αυτές τις κινητοποιήσεις ήταν ένα μεγάλο πείραμα για την «ανακατασκευή» του λαού, όχι ως του τυπικού συλλογικού υποκειμένου που εμπεριέχεται στη συνταγματική παράδοση, αλλά ως μιας ενεργής, διαλογικής και αγωνιζόμενης συλλογικότητας όλων εκείνων που αναγνωρίζονται σε αιτήματα δικαιοσύνης, αναδιανομής και αυθεντικής κοινωνικότητας και συγκρούονται με τις πολλαπλές μορφές αντίρροπου εξαναγκασμού είτε σε εθνικό είτε σε υπερεθνικό επίπεδο

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο