«Κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την εξαίρεση». Με τον τρόπο αυτό ο γερμανός νομικός και φιλόσοφος Καρλ Σμιτ είχε περιγράψει την έννοια της κυριαρχίας στο βιβλίο του «Πολιτική Θεολογία» του 1922.

Με τον τρόπο αυτό ο Σμιτ θέλησε να δείξει ότι η έννοια της κυριαρχίας αποτυπώνεται στην πλήρη μορφή της όταν ο κυρίαρχος μπορεί να αποφασίσει την εξαίρεση από την ισχύουσα έννομη τάξη και την προστασία που μπορεί να προσφέρει.

Ο Σμιτ, που αργότερα θα υπηρετήσει το ναζιστικό καθεστώς, είχε στο νου τη διαδικασία αναστολής βασικών διατάξεων που περιλαμβάνουν τα συντάγματα όταν έχουν να κάνουν με μια εξαιρετική συνθήκη, αυτό που στην ελληνική συνταγματική παράδοση ονομάζεται «κατάσταση πολιορκίας». Στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα είναι το άρθρο 48 που προβλέπει την αναστολή άρθρων του με απόφαση της Βουλής.

Μόνο που στην περίπτωση της απόφασης για την απαγόρευση των διαδηλώσεων του Πολυτεχνείου, την απόφαση για την επιβολή μιας «κατάστασης εξαίρεσης» την πήρε ο Αρχηγός της Ελληνικός Αστυνομίας, στο πλαίσιο προφανώς κυβερνητικής επιλογής, δεδομένου ότι την απαγόρευση είχε αναγγείλει ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, παρότι τυπικά δεν έχει τη σχετική αρμοδιότητα, με βάση τον νόμο που ο ίδιος εισήγαγε και ψήφισε πρόσφατα η Βουλή.

Δεν πιστεύω ότι πρόκειται για μια θεσμική «αστοχία». Υπάρχει ένας βαθύτερος συμβολισμός στην αναστολή ενός άρθρου του Συντάγματος με απλή διοικητική απόφαση και όχι με απόφαση της Βουλής.

Παραπέμπει στην εμπέδωση της αντίληψης ότι πλέον εισερχόμαστε στην εποχή της «κοινοτοπίας της εξαίρεσης», δηλαδή σε μια «κανονικοποίηση» της επιβολής διαρκών περιορισμών σε ό,τι ορίστηκε ιστορικά ως «βασικές ελευθερίες» και οι οποίες υπήρξαν υπό διαρκή διακινδύνευση.

Το φαινόμενο φυσικά δεν είναι ελληνικό. Σε όλη τη διαδρομή από τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» μέχρι την τρέχουσα συγκυρία της πανδημίας μπορεί κανείς να δει τη διαρκή προβολή της θέσης ότι η ασφάλεια και η ζωή τίθενται υπεράνω των ελευθεριών.

Προφανώς και κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει ότι η ελευθερία όντως πρέπει να υπηρετεί τη ζωή και άρα μπορούν να τεθούν προτεραιότητες, όμως υπάρχει και ο αντίλογος ότι η ίδια η ζωή, στο πλήρες ξεδίπλωμά της, προϋποθέτει την ελευθερία.

Όμως, πέραν σταθμίσεων, που μπορεί να φαντάζουν και αφηρημένες, σίγουρα ένα χάσμα χωρίζει την τροποποίηση των συμπεριφορών μας ώστε να μη συμβάλουμε στη διασπορά του ιού, ή ακόμη και σημαντικών αλλαγών στον τρόπο ζωής και στις δραστηριότητες, στο πλαίσιο μιας αντίληψης κοινωνικής αλληλεγγύης, και της οριζόντιας απαγόρευσης πρακτικών και της αναίρεσης δικαιωμάτων.

Είναι το χάσμα που χωρίζει την μάχη κατά της πανδημίας με την επιβολή μιας αυταρχικής «κατάστασης εξαίρεσης».

Ιδίως όταν η απαγόρευση έρχεται να αγγίξει τον πυρήνα ενός δικαιώματος, αυτού της δημόσιας συνάθροισης, διαδήλωσης και διαμαρτυρίας, που είδαμε το τελευταίο διάστημα ότι αποτέλεσε πραγματικό μέσο διεκδίκησης, ενίοτε και με χαρακτηριστικά ιστορικής προόδου.

Στο εξωτερικό τι έγινε;

Εν μέσω πανδημίας έγιναν οι μεγάλες διαδηλώσεις στις ΗΠΑ – με τα δεδομένα να δείχνουν ότι σε πείσμα διαφόρων φόβων δεν αποτέλεσαν εστίες διασποράς –. Το ίδιο και οι νικηφόρες διαδηλώσεις στην Πολωνία που αποτέλεσαν ισχυρό χαστούκι σε μια αυταρχική και βαθιά συντηρητική οπισθοδρόμηση. Αντίστοιχα θα μπορούσε κανείς να αναφέρει και τις μεγάλες κινητοποιήσεις στη χώρα μας για την καταδίκη της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής.

Και τα πράγματα κάνει χειρότερα, η αίσθηση ότι στην περίπτωση της τρέχουσας απαγόρευσης, που ήδη συναντά ένα μεγάλο κύμα αντιδράσεων, το κίνητρο δεν ήταν μόνο αμιγώς «υγειονομικό».

Ιδίως όταν ο σχεδιασμός όσων πολιτικών και κοινωνικών φορέων καλούν στις διαδηλώσεις για το Πολυτεχνείο είναι για εκδηλώσεις «ειδικών συνθηκών» και αυξημένων μέσων προστασίας.

Πολύ περισσότερο η πολιτική επιλογή παραπέμπει σε μια αντίληψη ότι ακόμη και όταν γινόταν η διαδήλωση του Πολυτεχνείου, αυτή δεν ήταν πολιτικά απαραίτητη.

Άλλωστε, το Πολυτεχνείο διατηρεί πολιτικές φορτίσεις που προφανώς δεν είναι αποδεκτές για όσους εμπνέονται είτε από νεοφιλελεύθερες είτε από πιο κλασικές «δεξιές» ή ακόμη και «κεντρώες» τοποθετήσεις (ιδίως στην εποχή που το .

Όμως, από την πολιτική δυσανεξία απέναντι σε μια διαδήλωση με αντιιμπεριαλιστικούς και αντικαπιταλιστικούς επιτονισμούς μέχρι την αναστολή μιας κομβικής πλευράς αυτού που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «δημοκρατία», υπάρχει μια τεράστια απόσταση.

Και αυτό καθιστά την κυβερνητική απόφαση συγκρουσιακή επιλογή.

Όχι μόνο με την έννοια ότι προκαλεί μια έντονη διαίρεση και αντιπαράθεση ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, αλλά – και κυρίως –με τον τρόπο που φέρνει όσες και όσους αναφέρονται στην αγωνιστική και διεκδικητική διάσταση της δημοκρατίας αντιμέτωπες με την πρόκληση αλλά και την ευθύνη να την αμφισβητήσουν.

Με τον τρόπο που η ίδια η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος ορίζει, δηλαδή με την ίδια τους την πράξη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο