Μέσα σε ένα σκηνικό παρατεινόμενης πολιτικής κυριαρχίας της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως αυτό διαμορφώθηκε την περασμένη άνοιξη, στην αφετηρία της πανδημικής κρίσης, ανοίγει και ο νέος πολιτικός κύκλος που, ως είθισται, θα εγκαινιαστεί με την πρωθυπουργική ομιλία στη Θεσσαλονίκη το επόμενο Σαββατοκύριακο. Η υπεροπλία  Μητσοτάκη σε όλους τους δείκτες, επιβεβαιώνεται και στη δημοσκόπηση της GPO για «ΤΑ ΝΕΑ – Σαββατοκύριακο», την πρώτη πανελλαδική έρευνα στην έναρξη της νέας πολιτικής σεζόν, και συνδέεται και με προβάδισμα 17 ποσοστιαίων μονάδων της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ στην πρόθεση ψήφου.

Σύμφωνα με την έρευνα, σε αυτή την αφετηρία η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός παίρνουν θέση, έχοντας εξασφαλίσει «ψήφο εμπιστοσύνης» από το κοινωνικό σύνολο για τη διαχείριση των τριών βασικών θεμάτων που διαμορφώνουν και την πολιτική ατζέντα της περιόδου. Είναι σαφές ότι το βλέμμα της κοινής γνώμης εστιάζει στον κοραναϊό, τα εθνικά και την οικονομική κατάσταση, με ανησυχίες και προσδοκίες που οδηγούν και σε επιμέρους μεταβολές σε σχέση με το πολιτικό  κλίμα που καταγραφόταν στη φάση της μεγάλη καραντίνας. Και στα τρία μέτωπα, εξάλλου, αναδεικνύονται διλήμματα που αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα και επηρεάζουν τη διάθεση της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά τον γενικευμένο φόβο για τον κοραναϊό και τη μεγάλη ανησυχία (με ποσοστά άνω του 80%) για ένα δεύτερο κύμα της πανδημίας, η κοινωνική βάση δεν φαίνεται να ευνοεί μια επιστροφή σε ένα νέο lockdown.

Το σήμα αυτό εκπέμπει και ο διχασμός που προκύπτει για τα νέα περιοριστικά μέτρα, πρωτίστως για το κλείσιμο των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος (εστίαση, κέντρα διασκέδασης κ.ά.) μετά τα μεσάνυχτα. Το 48,4% συναινεί και αντιμάχεται το 47,3% που δεν θεωρεί σκόπιμη την απαγόρευση. Επιφυλακτική, εξάλλου, είναι η κοινή γνώμη και για το σχέδιο επιστροφής στα σχολεία – σε μία αλλαγή πλεύσης από το σκηνικό της άνοιξης, όταν όλοι οι περιορισμοί γίνονταν αποδεκτοί από το κοινωνικό σύνολο με συντριπτικά ποσοστά.

Το στοίχημα της οικονομίας

Η διάχυτη ανησυχία για τις εξελίξεις στο μέτωπο του κορωνοϊού είναι εξίσου προφανές ότι συνδέεται και με τους προβληματισμούς για την πορεία της Οικονομίας τους προσεχείς μήνες. Αν και φαίνεται να υπάρχουν ακόμη αντοχές (σχεδόν το 44% λέει ότι δεν έχει επηρεαστεί οικονομικά από την κρίση), η πλειονότητα των ερωτηθέντων (52,5%) θεωρεί ότι η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε πρόσθετα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης νοικοκυριών, εργαζομένων και επιχειρήσεων. Γενικότερα, πάντως, και στη δεύτερη φάση της διαχείρισης της κρίσης του κορωνοϊού η κυβέρνηση κερδίζει το στοίχημα (το 52,1% έναντι 44,1% εγκρίνει τον συνολικό σχεδιασμό της).

Υπέρ του διαλόγου

Την ίδια ώρα, διλήμματα δημιουργεί και η παρατεινόμενη ένταση στα ελληνοτουρκικά. Η ελληνική κοινωνία δείχνει έτοιμη και προτρέπει για διάλογο με τη γείτονα (68,8%), προκειμένου να υπάρξει διπλωματική λύση στη διένεξη, αλλά ταυτόχρονα προετοιμάζεται για ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο (63,7%) και για μια στρατιωτική απάντηση (την αποδέχεται το 49,2% των ερωτηθέντων έναντι 47,1%), εάν οι τουρκικές προκλήσεις φθάσουν στο απροχώρητο.

Σε αυτό το σκηνικό, η κοινωνική πλειοψηφία δείχνει να ανάβει «πράσινο φως» στον Πρωθυπουργό και την κυβέρνηση να προχωρήσουν στον σχεδιασμό τους. Ο βαθμός εμπιστοσύνης, άλλωστε, στον Κυριάκο Μητσοτάκη έναντι του Αλέξη Τσίπρα παραμένει συντριπτικός (52,3% έναντι 26,2% στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία). Παράλληλα, φαίνεται να κλείνει ο κύκλος της υποχώρησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης που ξεκίνησε την περασμένη άνοιξη, όπως και στα προσωπικά ποσοστά του Αλέξη Τσίπρα, ενώ με ανοδική τάση εισέρχεται στον νέο πολιτικό κύκλο και το Κίνημα Αλλαγής που καταγράφεται στο 7%.

Του Αντώνη Παπαργύρη*

Τρία είναι τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την πολιτική ατζέντα του τελευταίου διαστήματος: οι εξελίξεις στο μέτωπο του κορωνοϊού, οι οικονομικές επιπτώσεις της στην καθημερινότητα των πολιτών, η αυξανόμενη ένταση στο Αιγαίο και η συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα. Γύρω από αυτά τα ζητήματα κινείται και η νέα δημοσκόπηση της GPO, η οποία διερεύνησε και αποτύπωσε τις απόψεις και τη στάση των πολιτών απέναντι σε αυτά.

Το πρώτο βασικό συμπέρασμα σχετίζεται με τον διάχυτο φόβο που αισθάνονται οι πολίτες εξαιτίας της αύξησης των κρουσμάτων του κορωνοϊού. Περισσότεροι από 8 στους 10 ανησυχούν πολύ και αρκετά για την εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης. Ως προς τη βασική αιτία της αύξησης των κρουσμάτων η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη, αφού το 48,7% πιστεύει ότι αυτή οφείλεται κυρίως στο άνοιγμα του τουρισμού, ενώ το 45,5% υποδεικνύει ως βασική αιτία τη χαλάρωση στην τήρηση των μέτρων από την πλευρά των πολιτών. Εξίσου διχασμένη εμφανίζεται η κοινή γνώμη και στο ζήτημα της απαγόρευσης λειτουργίας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος μετά τις 24.00, όπου το 48,4% τάσσεται υπέρ, ενώ το 47,3% διαφωνεί με το συγκεκριμένο μέτρο.

Τρεις στους τέσσερις (76,3%) δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν πάντα την προστατευτική μάσκα όταν επισκέπτονται κλειστούς χώρους, με το 14,1% να δηλώνει ότι συμμορφώνεται με το συγκεκριμένο μέτρο τις περισσότερες φορές, το 3,9% μερικές φορές, το 2,7% σπάνια και το 2,1% ποτέ.

Διαιρεμένοι επίσης παρουσιάζονται οι πολίτες και στην ερώτηση σχετικά με την επάρκεια των μέτρων που έχει εξαγγείλει το υπουργείο Παιδείας για το άνοιγμα των σχολείων. Συγκεκριμένα το 46,7% τα θεωρεί επαρκή, ενώ το 47,2% πιστεύει ότι τα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκώς την ασφάλεια και την προστασία των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Αντίθετα το μέτρο για την παροχή δωρεάν μασκών αναγνωρίζεται ως μια πολύ θετική (89,3%) κυβερνητική απόφαση.

Συνολικά οι κυβερνητικοί χειρισμοί για την αντιμετώπιση του β’ κύματος της πανδημίας κρίνονται θετικά από το 52,1%, έναντι 44,1% που τοποθετούνται αρνητικά. Οι θετικές απόψεις είναι σαφώς πλειοψηφικές, σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν προσεγγίζουν τα καθολικά ποσοστά αποδοχής που κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις κατά την α’ φάση της πανδημίας τον Απρίλιο και τον Μάιο.

Ως απότοκο της συνεχιζόμενης υγειονομικής κρίσης, το 55,6% των πολιτών δηλώνει ότι έχουν επηρεαστεί αρνητικά στην οικονομική τους καθημερινότητα. Πρόκειται για πολύ σημαντικό ποσοστό του συνόλου, το οποίο ταυτόχρονα δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη κάποιες αντοχές στην πραγματική οικονομία. Οι πολίτες όμως περιμένουν περισσότερα και πιο γενναιόδωρα μέτρα στήριξης από την κυβέρνηση με το 52,5% να κρίνει τα υπάρχοντα ως μη επαρκή.

Στα ελληνοτουρκικά, πολύ και αρκετά πιθανό θεωρεί το 63,7% το ενδεχόμενο σοβαρού επεισοδίου, ωστόσο η κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική και διαιρεμένη στο ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικών μέσων για την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας, αφού το 49,2% τάσσεται υπέρ μιας τέτοιας προοπτικής, έναντι 47,1% που δεν προκρίνει μια τέτοια λύση. Πλειοψηφικά οι έλληνες πολίτες σε ποσοστό 68,8% πιστεύουν ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να επιδιώξει την έναρξη διαλόγου με τη γείτονα χώρα και να εξαντλήσει τα διπλωματικά μέσα. Την ίδια στιγμή εμφανίζονται δύσπιστοι ως προς τη στήριξη που μπορούν να λάβουν οι ελληνικές θέσεις από τους ευρωπαίους εταίρους, για τους οποίους σε ποσοστό 55,1% δεν πιστεύουν ότι θα κάνουν πράξη τις διακηρύξεις τους για επιβολή οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει να απολαμβάνει – αν και ελαφρώς μειωμένα – υψηλά ποσοστά δημοφιλίας (62,3%), ενώ διατηρεί και το σαφέστατο προβάδισμα στο ερώτημα για τον καταλληλότερο Πρωθυπουργό με 52,3% έναντι 26,2% του Αλέξη Τσίπρα.

Στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ εμφανίζεται να έχει προβάδισμα 17 μονάδων από τον ΣΥΡΙΖΑ, με τα ποσοστά της όμως να είναι ελαφρώς μειωμένα σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα του Ιουνίου κατά 1,5% (από 41% τον Ιούνιο, 39,5% σήμερα). Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται σταθερός, με μια πολύ μικρή αύξηση από το 22% στο 22,5%, ενώ μια μονάδα από το 6% στο 7% κερδίζει το ΚΙΝΑΛ σε σχέση με την προηγούμενη δημοσκόπηση. Τα ποσοστά των υπόλοιπων κομμάτων εμφανίζονται σχετικά σταθερά. Το κυβερνών κόμμα παρουσιάζει μια μικρή πτώση της συσπείρωσής του, η οποία προφανώς οφείλεται κυρίως στην ανησυχία των πολιτών για την αντιμετώπιση του β’ κύματος της πανδημίας. Η κυβέρνηση παραμένει πολιτικά κυρίαρχη, η επιστροφή, ωστόσο, στην κανονικότητα και η αντιμετώπιση της νέας κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης προκαλούν προβληματισμό στους πολίτες.

Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής Ερευνών της GPO

Γράψτε το σχόλιό σας