Η επίσημη κήρυξη της πανδημίας από τον ΠΟΥ ήρθε να επικυρώσει συμβολικά κάτι που ήταν σαφές εδώ και αρκετές μέρες. Έχουμε να κάνουμε όντως με αυτό που ήδη από τη δεκαετία του 1990 προειδοποιούσαν αρκετοί ειδικοί: μια μεγάλη πανδημία που να εκμεταλλεύεται ακριβώς τις συνθήκες ενός πλανήτη πολύ πιο μαζικού και παγκοσμιοποιημένου και που ταυτόχρονα θα αναδεικνύει τα υπαρκτά ελλείμματα των δημόσιων συστημάτων υγείας.

Οι ειδικοί επιμένουν να είναι καθησυχαστικοί ως προς τη συνολική θνησιμότητα που σχετίζεται με τη πανδημία του νέου κοροναϊού και να διαβεβαιώνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών αναρρώνει.

Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνουν ότι επειδή είναι μια νέα επιδημία, με υψηλή μεταδοτικότητα, που χτυπά έναν πληθυσμό που δεν έχει κανενός είδους ανοσία, θα νοσήσουν τελικά πολύ μεγάλοι αριθμοί ανθρώπων που θα αρρωστήσουν, πριν υπάρξει εμβόλιο, και ακόμη και με μικρή σχετικά θνησιμότητα μπορούμε να έχουμε σημαντικό αριθμό θυμάτων και –το κυριότερο–  οριακή επιβάρυνση των συστημάτων υγείας στις κορυφώσεις.

Την ίδια στιγμή, παρά την τεράστια επένδυση που γίνεται αυτή τη στιγμή στην αναζήτηση εμβολίου και στην δοκιμασία διαφόρων θεραπευτικών σχημάτων, είναι σαφές ότι τα βασικότερα μέτρα που μπορούν να ληφθούν μέχρι τότε αφορούν την καθυστέρηση της εξάπλωσης και την προσπάθεια να είναι πολύ πιο ομαλή και χωρίς μεγάλη κορύφωση η καμπύλη της εξάπλωσης. Και αυτά τα μέτρα θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν προέρχονται από την ιατρική του 21ου αιώνα, αλλά από τα μέτρα δημόσιας υγείας του 19ου αιώνα: επιμονή στην ατομική υγιεινή, πρακτικές καραντίνας, αυτό-απομόνωσης, «κοινωνικής αποστασιοποίησης».

Στις περισσότερες χώρες, οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν ή προσανατολίζονται να εφαρμόσουν, μέτρα αναστολής πλήθους δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν το συγχρωτισμό πλήθους ανθρώπων. Μάλιστα, η Ιταλία ήδη λειτουργεί ως ένα «αντιπαράδειγμα» ως προς την αρχικά χαλαρή αντιμετώπιση που επέτρεψε μια πιο γρήγορη εξάπλωση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Την ίδια ώρα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισημαίνουν ότι το κινεζικό παράδειγμα με την εκτεταμένη εξ αρχής εφαρμογής καθολικών περιορισμών αποδείχτηκε πιο αποτελεσματικό ακόμη και στο επίκεντρο της νέας πανδημίας.

 

Ζώντας με την πανδημία

Τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας έχει σαφές ότι θα πρέπει το επόμενο βήμα να ζήσουμε με την πανδημία. Η διασπορά σε επίπεδο κοινότητας θα γίνει πιο συχνή από τα «εισαγόμενα» κρούσματα και θα είναι όλο και πιο δύσκολο να εντοπίσουμε πώς προέκυψε κάθε κρούσμα.

Αυτό είναι που κάνει πιο επιτακτική την παγίωση για ένα διάστημα μεγάλης κλίμακας αλλαγών στην καθημερινότητά μας. Τα κλειστά σχολεία και πανεπιστήμια, τα μαθήματα εξ αποστάσεως, η ακύρωση μαζικών εκδηλώσεων, οι περιορισμοί στις θρησκευτικές συναθροίσεις, πιθανώς και το κλείσιμο και αρκετών χώρων εστίασης, θα μας συνοδεύουν για ένα διάστημα.

Οι καταναλωτικές συνήθειες των ανθρώπων θα αλλάξουν και κλάδοι ολόκληροι, ορισμένοι εκ των οποίων κρίσιμοι και για την ελληνική οικονομία όπως ο τουρισμός, ή οι μεταφορές θα πληγούν.

Ούτως ή άλλως, η μαζική ακύρωση δραστηριοτήτων, τα πλήγματα σε αρκετούς κλάδους των υπηρεσιών με συμμετοχή στο παγκόσμιο ΑΕΠ, η γενίκευση συντηρητικών καταναλωτικών και επενδυτικών πρακτικών σε συνθήκες ανασφάλειας και αβεβαιότητας, η αβεβαιότητα ως προς το πόσο θα διαρκέσει αυτή η συνθήκη, όλα αυτά αντικειμενικά διαμορφώνουν το έδαφος για μια παγκόσμια οικονομική υποχώρηση.

Ας μην ξεχνάμε ότι ούτως οι άλλως οι συσσωρευμένες αντιφάσεις της παγκόσμιας οικονομίας, με την αναιμική ανάπτυξη, τη νέα υπερδιόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και τις εμπορικές αντιπαραθέσεις, είχαν διαμορφώσει επαρκή αναμονή για ένα αρνητικό σοκ που θα ενεργοποιούσε υποχώρηση των αγορών και υφεσιακές τάσεις.

Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα τοπίο μεγάλων προκλήσεων όχι απλώς για τα συστήματα υγείας αλλά και τα κράτη.

Σε πείσμα μιας ορισμένης εκδοχής «νεοφιλελευθερισμού», που υποστήριζε ότι θα επιλύονταν από τον τρόπο τινά «αυτόματο» συντονισμό ατομικών επιδιώξεων μεγιστοποίησης οφέλους, αποδεικνύεται ότι χρειάζεται τόσο η συνειδητή υιοθέτηση συλλογικών πρακτικών και πειθαρχιών όσο και η συγκροτημένη ικανότητα του κράτους να υποστηρίζει ένα δημόσιο και καθολικής πρόσβασης σύστημα υγείας και να μπορεί να κινητοποιεί πόρους για την ενίσχυσή του αλλά και για την αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας.

 

Η ανάγκη πραγματικής κοινωνικής συνοχής

Η χώρα μας μέχρι τώρα έχει καταφέρει να αποφύγει μια πολύ απότομη έξαρση των κρουσμάτων που θα οδηγούσε και σε κατάρρευση του συστήματος υγείας. Έχουν ληφθεί δε αρκετά μέτρα για την καθυστέρηση της εξάπλωσης, συχνά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ακόμη και ως προς το κύριο ανοιχτό ζήτημα που υπήρξε, αυτό των θρησκευτικών συναθροίσεων έχει αρχίσει να γίνεται κοινό κτήμα η ανάγκη να υπάρξουν και εκεί μορφές περιορισμού, κάτι στο οποίο κατέτεινε και η σαφής τοποθέτηση του πρωθυπουργού επί του θέματος.

Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι και σε επίπεδο κοινωνίας αρχίζει να γίνεται συνείδηση η ανάγκη των αλλαγών στην καθημερινότητα και τις συμπεριφορές μας, έστω και εάν εξακολουθούν να υπάρχουν κενά στην ενημέρωση και στην εξασφάλιση ότι τηρούνται οι σχετικές προβλέψεις.

Άλλωστε, είναι σαφές ότι όλα θα κριθούν και από το εάν η κοινωνία θα δει την πανδημία ως μια ατομική προσπάθεια διάσωσης ή ως μια συλλογική προσπάθεια να μετριάσουμε τις επιπτώσεις και να μπορέσουμε να σταθούμε όρθιοι ως κοινωνία.

Από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης, μέχρι τους εργαζομένους που θα κρατήσουν σε λειτουργία τις υποδομές και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, μέχρι όλους εμάς που θα πρέπει να τηρήσουμε τους κανόνες υγιεινής και αποφυγής συναθροίσεων είμαστε τμήμα μιας συλλογικής προσπάθειας.

Αυτό, όμως, θα κριθεί και σε επόμενες στιγμές όταν τα μέτρα πιθανώς να γίνουν πιο αυστηρά. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πιθανό ενδεχόμενο να κλείσουν και οι χώροι εστίασης και να επιβληθούν ακόμη πιο αυστηροί περιορισμοί.

Αυτοί σημαίνει ότι το επόμενο διάστημα θα δοκιμαστούμε ως προς την ικανότητά μας να συμβάλλουμε και με την προσωπική μας στάση και πρακτική σε μια κοινή προσπάθεια και από την υπευθυνότητα που θα επιδείξουμε στις πιο ευάλωτες στον πανδημία ομάδες.

 

Η ανάγκη κρατικών παρεμβάσεων

Η αντιμετώπιση της πανδημίας και των επιπτώσεών της δίνει νέα διάσταση στην ανάγκη κρατικών παρεμβάσεων. Αυτό αφορά τόσο το συντονισμό πόρων και δυναμικού για την αντιμετώπιση της πανδημίας, συμπεριλαμβανομένων των μαζικών προσλήψεων στο χώρο της υγείας, όσο και τις ανάγκη να αντισταθμιστεί το οικονομικό κόστος από την πανδημία.

Ήδη υπήρξαν τα πρώτα μέτρα, όμως είναι προφανές ότι θα χρειαστούν πολύ περισσότερο. Άλλωστε, έχει μεγάλη σημασία να μην πληρώσουν το κόστος της πανδημίας οι πιο αδύναμοι, οι χαμηλόμισθοι ή όσοι βρεθούν άνεργοι.

Σε αυτό το πλαίσιο προφανώς και το περιοριστικό πλαίσιο του «Συμφώνου Σταθερότητας» κινδυνεύει απλώς απειλεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Με αυτή την έννοια έχει ιδιαίτερη σημασία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, πέραν από την ανάγκη αλληλεγγύης και κινητοποίησης και ευρωπαϊκών πόρων να υπάρξει η πολιτική τόλμη για χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών, ώστε να μπορέσουν τα κράτη να αναλάβουν το κόστος των παρεμβάσεων που θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση της πανδημίας και των επιπτώσεών της.

Γράψτε το σχόλιο σας