«Δεν μπορώ να κόψω ούτε λουλούδι. Κι όμως, στον κινηματογράφο έχω σκοτώσει περίπου 120 ανθρώπους»: έτσι είχε περιγράψει τον εαυτό του ο σπουδαίος ηθοποιός και υπέροχος άνθρωπος Αρτέμης Μάτσας, που έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ως ο απεχθής καταδότης πατριωτών στους γερμανούς κατακτητές. Ο ηθοποιός που ταυτίστηκε μοναδικά με τον μισητό εκείνο ρόλο, μέσα από δεκάδες ταινίες. Αυτόν τον ρόλο – προς Θεού, όχι τον άνθρωπο – φέρνει στη μνήμη η «υπόθεση Σαράφη». Του κουκουλοφόρου, όπως ο Μάτσας της Κατοχής, μάρτυρα – καταδότη που σπιλώνει από το απυρόβλητο, προστατευμένος από την κουκούλα που του φόρεσαν εκείνοι που τον χρησιμοποίησαν για να το πράξει, σε μία επίσης γκεμπελικού τύπου διαδικασία εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων τους. Και, από αυτή την άποψη, ευτυχώς οι Ελληνες δεν είμαστε Γερμανοί: γιατί η σκευωρία στήθηκε και εκτελέστηκε με το αμιγές εθνικό πρότυπο: της πλάκας.

Η κατάθεση «Σαράφη» στην επιτροπή της Βουλής επιτεύχθηκε, και αυτή, με κινηματογραφικού τύπου περιπέτειες. Και άφησε πίσω της ακόμα περισσότερες: οι διαρροές από την πλευρά της ΝΔ υποστηρίζουν ότι ο… αξιόπιστος αυτός μάρτυρας πήρε πίσω όλα όσα είχε (;) πει και στα οποία στηρίχθηκε η απόπειρα δίωξης δύο πρώην πρωθυπουργών και οκτώ υπουργών τους οποίους δεν συμπαθούσε η εξουσία του Τσίπρα. Τώρα ο «Σαράφης» φέρεται να λέει ότι δεν έχει ιδέα για πολιτικούς που πήραν χρήματα, ότι απλώς κάτι είχε ακούσει και κάτι είχε διαβάσει. Η πλευρά ΣΥΡΙΖΑ αποκρούει αυτές τις διαρροές και λέει το αντίθετο: ότι ο «Σαράφης» τα επιβεβαίωσε όλα. Ομως, η αλήθεια είναι, ότι δεν το λέει και πολύ πειστικά. Μοιάζει να το ψελλίζει για την… ατιμία των όπλων, για φύλλο συκής που θα κρύψει μια θεσμική, δημοκρατική και ηθική γύμνια πρωτοφανούς στα μεταπολιτευτικά χρονικά κλίμακας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όλο αυτό είναι ένα ακόμα σκαλοπάτι κατάπτωσης της θεσμικής υπόστασης και του ρόλου όσων το πράττουν. Η σαπίλα αυτής της θλιβερής παράγκας φαίνεται να μη λέει να καθαρίσει με τίποτα ακόμα και από το ίδιο το Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο και με τις διαδικασίες του οποίου, μην το ξεχνάμε, όλη αυτή η υπόθεση εξυφάνθηκε. Ο σεβασμός στο πολίτευμα παίρνει ένα ολοστρόγγυλο μεγάλο μηδέν. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό: ότι δεν μπορεί να πάρει παρακάτω.

Μετά τον «Σαράφη» που κατέθεσε στη ΓΑΔΑ με τους βουλευτές της επιτροπής να τον ακούν με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά από άλλο όροφο του ιδίου κτιρίου, η κατάθεση της «Κελέση». Δηλαδή, από τον τέντζερη στο καπάκι. Τώρα τι σημασία μπορούν να έχουν σε μία γνήσια δικαστική αποδεικτική διαδικασία καταθέσεις τέτοιων ανθρώπων, με τέτοιο τρόπο, με αυτές τις αντιφάσεις και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς χαρτιά στα χέρια τους, ας το κρίνει ο καθένας. Ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε την αλήθεια και ο «Σαράφης» δεν είχε πάρει πίσω τα περί χρηματισμού πολιτικών, τι αξία θα είχε ο λόγος του; Μηδενική. Σε τι θα στηριζόταν; Τι θα αποδείκνυε τα λεγόμενά του; Τίποτα. Ολο αυτό το θέατρο λοιπόν με τους ορόφους, τα μηχανήματα αλλοίωσης της φωνής και τα φαιδρά ψευδώνυμα είναι έτσι κι αλλιώς μια γελοιοποίηση της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας, όπως αυτή η υπόθεση από την πρώτη ημέρα υπήρξε. Και για να μην το ξεχνάμε: ποια ήταν η πρώτη ημέρα; Η επομένη που ο Τσίπρας βρήκε στο Σύνταγμα ένα εκατομμύριο κόσμο για το «Μακεδονικό». Τότε βγήκαν απ’ το καπέλο κι ο «Σαράφης» και η «Κελέση» και όποιος άλλος κομπάρσος αυτού του φαιδρού θιάσου.

Γράψτε το σχόλιο σας