Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μεταβολική ασθένεια η οποία περιλαμβάνει την αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα (υπεργλυκαιμία). Ο μεταβολισμός του σακχάρου απορρυθμίζεται, είτε ως αποτέλεσμα ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης είτε λόγω ελάττωσης της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη. Τα βασικότερα είδη σακχαρώδους διαβήτη είναι ο διαβήτης τύπου 1, ο διαβήτης τύπου 2 και ο διαβήτης της κύησης.

 

Διαβήτης τύπου 1

Ο σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να προξενήσει αρκετά προβλήματα υγείας, καρδιοπάθειες, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, βλάβες στην όραση, στο νευρικό σύστημα, διαταραχές της διάθεσης κλπ. Ο διαβήτης τύπου 1 ονομάζεται ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης.

Είναι μια αυτοάνοση ασθένεια η οποία είθισται να εκδηλώνεται από την παιδική ηλικία. Τα αντισώματα επιτίθενται στο πάγκρεας συνεπώς για αυτό είναι και αυτοάνοσο ενώ παύει η παραγωγή ινσουλίνης από το ίδιο το πάγκρεας.

Ο συγκεκριμένος τύπος της ασθένειας εκδηλώνεται με μία σειρά συμπτωμάτων (πέραν των απορρυθμισμένων ιατρικών εξετάσεων). Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, πιθανότητα καρδιοπάθειας και εγκεφαλικού επεισοδίου, χρόνια προβλήματα στο νευρικό σύστημα και τα νεφρά.

 

 

Η θεραπεία για διαβήτη τύπου 1 περιλαμβάνει τη λήψη ινσουλίνης, η οποία πρέπει γίνεται κάτω από τον λιπώδη ιστό. Συνήθως γίνεται με στυλό ινσουλίνης, εγχυτήρες που χρησιμοποιούν αέρα υψηλής πίεσης για να στείλουν το σπρέι της ινσουλίνης μες στο δέρμα, αντλίες κάτω από το δέρμα της κοιλιάς .

Ένας έλεγχος  που ονομάζεται εξέταση αίματος A1C εκτιμά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους τρεις προηγούμενους μήνες. Χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στην ταυτοποίηση του συνολικού ελέγχου της γλυκόζης και του κινδύνου επιπλοκών από τον διαβήτη. Γίνεται έλεγχος ωστόσο και για πιθανή βλάβη κάποιων οργάνων.

Οι έχοντες τον διαβήτη τύπου 1 πρέπει να ελέγχουν συχνά τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, να τρώνε με πρόγραμμα συγκεκριμένο φαγητό. Η άσκηση επίσης βοηθάει. Μαζί με αυτά και με τη θεραπεία με την ινσουλίνη μπορούν να ζήσουν μακροχρόνια χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

 

Διαβήτης τύπου 2

Μέχρι στιγμής, η πιο συνηθισμένη μορφή διαβήτη είναι ο διαβήτης τύπου 2. Συνιστά το 95% των περιπτώσεων σε διαβήτη ενηλίκων. Λόγω της παχυσαρκίας και της κακής διατροφής έχουν πλέον αλλάξει τα δεδομένα και διαγιγνώσκονται με την ασθένεια ακόμη και έφηβοι. Είναι μη ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης.

Είθισται να επιφέρει λιγότερα προβλήματα από τον τύπο 1. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δε δύναται να είναι καταστροφικός για την υγεία επηρεάζοντας τα μάτια, τα νεύρα και φυσικά τα νεφρά. Στον συγκεκριμένο τύπο είναι πολύ αυξημένος ο κίνδυνος καρδιοπάθειας και εγκεφαλικών επεισοδίων. Θεωρείται «πιο ήπιας μορφής» γιατί σε σχέση με τον τύπο 1 το πάγκρεας μπορεί και παράγει κάποια ποσότητα ινσουλίνης.

 

 

Αυτή όμως δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού. Τα παχύσαρκα άτομα έχουν κατά βάση αντίσταση στην ινσουλίνη η οποία δε μπορεί να ρυθμίσει τα επίπεδα του σακχάρου. Συνεπώς υπάρχει και πάλι μη αρμονική και ορθή κατανομή του σακχάρου στο αίμα.

Σε αντίθεση με τον τύπο 1 μπορεί να ρυθμιστεί από την προσεκτική δίαιτα και άσκηση ωστόσο είθισται να χειροτερεύει η κατάσταση και να χρειάζονται φάρμακα. Μέσα από εξετάσεις A1C γίνεται έλεγχος του σακχάρου και ομοίως ελέγχονται τα όργανα. Η διατροφή διαδραματίζει τον βασικότερο ρόλο.

 

 

Διαβήτης κύησης

Σε κάποιες περιπτώσεις η εγκυμοσύνη μπορεί να προξενήσει αντίσταση στην ινσουλίνη με αποτέλεσμα την εκδήλωση διαβήτη κύησης. Δε γίνεται τέτοια διάγνωση στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης, αλλά συνήθως στα μεταγενέστερα. Πρέπει να γίνεται πολύ ενδελεχής έλεγχος διότι μέσω το σάκχαρου περνά στο βρέφος μέσω του πλακούνται και δύναται να είναι επικίνδυνο για την υγεία του.

Σύμφωνα με σχετικές αναφορές ένα 2-10% των κυήσεων καταλήγει να εμφανίζει αυτή τη μορφή διαβήτη. Ο τύπος αυτής της ασθένειας κατά βάση δε συνεχίζεται μετά την εγκυμοσύνη, αυξάνει ωστόσο τις πιθανότητες για διαβήτη τύπου 2 το επόμενο διάστημα ή τα επόμενα χρόνια . Σε ένα ποσοστό περίπου 10% των γυναικών αυτών, παρουσιάζεται ο τύπος 2 με αποτέλεσμα να κρίνεται αναγκαίο ο συχνός έλεγχος του σακχάρου στο αίμα ακόμα και μετά την εγκυμοσύνη.

 

 

Οι κίνδυνοι για το μωρό περιλαμβάνουν μη φυσιολογικό βάρος, αναπνευστικά προβλήματα στο βρέφος και πιθανότητα εμφάνιση διαβήτη αργότερα στη ζωή του. Και η μητέρα κινδυνεύει με τα αντίστοιχα προβλήματα που αναφέρθηκαν στις παραπάνω περιπτώσεις, ωστόσο μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει το βρέφος.

Η θεραπεία περιλαμβάνει αντίστοιχη σχεδόν θεραπεία με τον τύπου 2. Πολύ προσεκτικό γεύμα με συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής. Προσοχή να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα ιχνοστοιχεία και βιταμίνες. Ρύθμιση του βάρους, ένω σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζεται η χορήγηση ινσουλίνης.